Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή δημοσίευσε τη δεύτερη έκθεσή της για την αγορά ελαιολάδου της τρέχουσας ελαιοκομικής περιόδου, αποτυπώνοντας μια ΕΕ που παράγει λιγότερο από πέρυσι αλλά εξακολουθεί να βρίσκεται άνετα πάνω από τον μέσο όρο της πενταετίας — και μια Ελλάδα που καταγράφει μείωση παραγωγής 18%, τη μεγαλύτερη ανάμεσα στις μεγάλες χώρες-παραγωγούς.
Για τους Έλληνες ελαιοπαραγωγούς, η πρακτική συνέπεια είναι διπλή: λιγότερη σοδειά φέτος και τιμή παραγωγού σε καθοδική τροχιά, από τα 457 €/100 κιλά τον Δεκέμβριο του 2025 στα ~397 €/100 κιλά στις αρχές Ιουνίου 2026 — πτώση 13% σε έξι μήνες. Το «ανακουφιστικό» για την αγορά είναι ότι η πτώση τιμών αναμένεται να επαναφέρει καταναλωτές που είχαν στραφεί σε άλλα φυτικά έλαια, ενώ οι εξαγωγές της ΕΕ προβλέπεται να αυξηθούν κατά 6%.
Χώρα-χώρα: ποιος κερδίζει και ποιος χάνει
| Χώρα | Μεταβολή παραγωγής 2025/26 | Εκτίμηση παραγωγής |
|---|---|---|
| Ισπανία | −9% | ~1,3 εκατ. τόνοι |
| Ελλάδα | −18% | — (δεν δίνεται απόλυτο νούμερο) |
| Ιταλία | +31% | — |
| Πορτογαλία | +1% | — |
| ΕΕ σύνολο | −5% | ~2,1 εκατ. τόνοι |
Η ισπανική παραγωγή υποχώρησε λόγω έντονων βροχοπτώσεων στη νότια Ισπανία που δυσχέραναν τη συγκομιδή — ένα σενάριο που επιβεβαιώθηκε με το κλείσιμο της σεζόν στους 1,29 εκατ. τόνους. Για την Ελλάδα, η Κομισιόν αποδίδει τη μείωση 18% σε αγροκλιματικές συνθήκες που επηρέασαν την παραγωγικότητα των ελαιώνων, χωρίς να εξειδικεύει περαιτέρω. Η Ιταλία αντισταθμίζει μέρος των απωλειών χάρη στην περιοδικότητα της καρποφορίας — η «on year» χρονιά έφερε άνοδο 31%.
Σε κάθε περίπτωση, η συνολική παραγωγή των ~2,1 εκατ. τόνων παραμένει 9% πάνω από τον μέσο όρο της τελευταίας πενταετίας. Αυτό σημαίνει ότι η αγορά δεν επιστρέφει στις ακραίες ελλείψεις του 2022-2024 — αλλά δεν σημαίνει ότι οι Έλληνες παραγωγοί δεν αισθάνονται την πίεση.
Τιμές: από 457 σε 397 €/100 κιλά σε έξι μήνες
Η τιμή παραγωγού του έξτρα παρθένου ελαιολάδου στην Ισπανία — που λειτουργεί ως βαρόμετρο για ολόκληρη τη μεσογειακή αγορά — ακολουθεί σαφή καθοδική πορεία:
– Δεκέμβριος 2025: 457 €/100 κιλά – Αρχές Ιουνίου 2026: ~397 €/100 κιλά – Μεταβολή: −13% σε περίπου έξι μήνες
Η Κομισιόν αποδίδει αυτή την αποκλιμάκωση κυρίως στις προσδοκίες της αγοράς για ιδιαίτερα καλή νέα ελαιοκομική περίοδο 2026/27. Δεν είναι τυχαίο ότι η πτώση ξεκίνησε από τα μέσα Απριλίου — ακριβώς όταν τα πρώτα κλιματικά δεδομένα της ανθοφορίας έδειχναν θετικές ενδείξεις. Αξίζει να σημειωθεί ότι, όπως είχαμε αναλύσει, οι Ισπανοί ελαιοπαραγωγοί καταγγέλλουν ότι η πτώση αυτή έχει και τεχνητά χαρακτηριστικά, συνδέοντάς την με τις μεγάλες εισαγωγές τυνησιακού ελαιολάδου.
Εξαγωγές, εισαγωγές και ο ρόλος της Τυνησίας
Η χαμηλότερη τιμή ευνοεί τις εξαγωγές της ΕΕ — αλλά ανοίγει και την πόρτα σε ανταγωνιστικές εισαγωγές.
Εξαγωγές ΕΕ: Προβλέπεται αύξηση 6%, φτάνοντας τους ~794.000 τόνους. Κινητήριες αγορές: Κίνα, Βραζιλία, Ηνωμένο Βασίλειο, Ιαπωνία. Εξαίρεση: οι ΗΠΑ, όπου οι εξαγωγές μειώνονται — σε συνέχεια του δασμού 10% που επιβλήθηκε στο ευρωπαϊκό ελαιόλαδο.
Εισαγωγές στην ΕΕ: Αύξηση 24%, κυρίως από την Τυνησία, η οποία εκμεταλλεύεται υψηλή διαθεσιμότητα και ανταγωνιστικές τιμές. Το τυνησιακό ελαιόλαδο καλύπτει μέρος του κενού από τη μειωμένη ισπανική παραγωγή — 352.000 τόνοι τυνησιακού ελαιολάδου έχουν ήδη εξαχθεί, γεγονός που δημιουργεί ανησυχίες για την ποιότητα και τον ανταγωνισμό, ιδίως για το ελληνικό προϊόν.
Κατανάλωση στην ΕΕ: Η Κομισιόν εκτιμά επάνοδο στο ~1,4 εκατ. τόνους, κοντά στον μέσο όρο πενταετίας. Οι εξαιρετικά υψηλές τιμές των τελευταίων ετών είχαν ωθήσει καταναλωτές σε υποκατάστατα — η αποκλιμάκωση αναστρέφει αυτή την τάση.
Το ιστορικό της υπόθεσης
Η εικόνα που αποτυπώνει η νέα έκθεση δεν έρχεται από το πουθενά. Από τον Ιανουάριο του 2026, είχαμε αναφέρει ότι η ισπανική παραγωγή δεν εξελισσόταν ευνοϊκά, ενώ τον Απρίλιο επιβεβαιώθηκε η μείωση 9% για την Ισπανία. Τον Ιούλιο, αναλύσαμε πώς η αγορά μπαίνει σε τροχιά παρατεταμένης πίεσης στις τιμές. Η νέα έκθεση επιβεβαιώνει αυτή την πορεία και προσθέτει αριθμούς για την ελληνική παραγωγή, τις εξαγωγές και τις προοπτικές του 2026/27.
Προοπτικές 2026/27: αισιοδοξία με αστερίσκο
Το πιο ενδιαφέρον στοιχείο της έκθεσης δεν είναι η φετινή κάμψη, αλλά οι προοπτικές για την επόμενη περίοδο. Η Επιτροπή εμφανίζεται αισιόδοξη: επαρκείς υδάτινοι πόροι, καλές συνθήκες κατά την ανθοφορία και ευνοϊκά κλιματικά δεδομένα μέχρι σήμερα δημιουργούν προσδοκίες για ιδιαίτερα ικανοποιητική παραγωγή — υπό την προϋπόθεση ότι δεν θα εκδηλωθούν ακραία καιρικά φαινόμενα κατά τη συγκομιδή.
Για τους Έλληνες ελαιοπαραγωγούς, η αισιοδοξία αυτή πρέπει να συνδυαστεί με μια ψυχρή εκτίμηση: η αυξημένη παγκόσμια παραγωγή, οι εισαγωγές από Τυνησία και Μαρόκο και η πτώση τιμών σημαίνουν ότι η ανταγωνιστικότητα βάσει ποιότητας — και όχι μόνο ποσότητας — θα είναι το κρίσιμο στοίχημα της νέας σεζόν.
Αν η φετινή χρονιά διδάσκει κάτι, είναι ότι οι αριθμοί της Κομισιόν δεν είναι απλώς στατιστική: είναι έγκαιρη προειδοποίηση. Παρακολουθήστε τις επόμενες εκθέσεις — και τις τιμές ανθοφορίας του φθινοπώρου — για να αποφασίσετε τη στρατηγική της σεζόν σας
