Υποχρεωτική γραπτή σύμβαση πριν από κάθε παράδοση αγροτικού προϊόντος στον πρώτο αγοραστή θεσπίζει ο Κανονισμός (ΕΕ) 2026/1739, που εκδόθηκε από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο στο Στρασβούργο στις 8 Ιουλίου 2026 και δημοσιεύτηκε στην Επίσημη Εφημερίδα της ΕΕ στις 29 Ιουλίου. Ο κανονισμός τροποποιεί τον 1308/2013 για την Κοινή Οργάνωση Αγορών και τους 2021/2115 και 2021/2116 της ΚΑΠ, και αφορά ευθέως και το ελαιόλαδο: η παράδοση σε ελαιοτριβείο, μεσάζοντα ή αλυσίδα λιανικής θα προϋποθέτει υπογεγραμμένο συμφωνητικό.
Η σύμβαση θα πρέπει να περιέχει κατ’ ελάχιστον την τιμή ή τον αντικειμενικό τρόπο υπολογισμού της, την ποσότητα και την ποιότητα του προϊόντος, τον χρόνο παράδοσης, τη διάρκεια της συμφωνίας, τους όρους πληρωμής και τους όρους παραλαβής και προμήθειας. Ένα σημείο, ωστόσο, χάνεται στην αναμετάδοση της είδησης: τίποτα από αυτά δεν ισχύει τώρα. Οι κρίσιμες διατάξεις, ανάμεσά τους η υποχρέωση γραπτής σύμβασης, εφαρμόζονται από τις 19 Αυγούστου 2028, ενώ μία επιμέρους διάταξη μετατίθεται για τις 19 Αυγούστου 2029. Ο ελαιοπαραγωγός που θα παραδώσει καρπό τον προσεχή Νοέμβριο δεν αλλάζει τίποτα στη διαδικασία του.
| Στάδιο | Ημερομηνία | Τι σημαίνει πρακτικά |
|---|---|---|
| Έκδοση κανονισμού | 8.7.2026 | Ολοκληρώθηκε η νομοθετική διαδικασία ΕΚ–Συμβουλίου |
| Δημοσίευση στην Επίσημη Εφημερίδα ΕΕ | 29.7.2026 | Το κείμενο είναι οριστικό και δεσμευτικό ως προς το περιεχόμενο |
| Εφαρμογή βασικών διατάξεων | 19.8.2028 | Από εδώ και μετά απαιτείται σύμβαση πριν την παράδοση |
| Εφαρμογή τελευταίας διάταξης | 19.8.2029 | Πλήρης ανάπτυξη του πλαισίου |
Το δύσκολο σημείο: πώς ορίζεται η τιμή
Όταν η τιμή δεν είναι σταθερή —που είναι ο κανόνας στο ελαιόλαδο— ο κανονισμός απαιτεί υπολογισμό με αντικειμενικά, σαφή και επαληθεύσιμα κριτήρια, τα οποία λαμβάνουν υπόψη τις εξελίξεις της αγοράς, το κόστος παραγωγής και τον αντίκτυπό τους στην αμοιβή του παραγωγού. Για τις μακροχρόνιες συμβάσεις προβλέπεται ρήτρα αναθεώρησης, ώστε να μη μένει κλειδωμένη μια τιμή που η αγορά έχει προσπεράσει. Παράλληλα, τα κράτη μέλη υποχρεώνονται να θεσπίσουν και να δημοσιεύουν δείκτες που θα καθοδηγούν τις συμβατικές σχέσεις.
Εδώ βρίσκεται και το πραγματικό στοίχημα για την Ελλάδα. Σε μια αγορά όπου η τιμή διαμορφώνεται εβδομαδιαία και με έντονη εξάρτηση από την Ισπανία — όπως έχουμε καταγράψει στις διακυμάνσεις του ισπανικού έξτρα παρθένου — η κατασκευή ενός αξιόπιστου εθνικού δείκτη αναφοράς δεν είναι τεχνική λεπτομέρεια. Είναι η προϋπόθεση για να έχει νόημα ο «αντικειμενικός τύπος υπολογισμού».
Η εξαίρεση για συνεταιρισμούς και Ομάδες Παραγωγών
Ο κανονισμός ενισχύει τον ρόλο των Οργανώσεων Παραγωγών και των συνεταιρισμών: απλοποιεί την αναγνώρισή τους, τους επιτρέπει να διαπραγματεύονται συλλογικά εκ μέρους των μελών τους, θέτει κανόνες που περιορίζουν την απευθείας επαφή του αγοραστή με μεμονωμένους παραγωγούς και ανοίγει τη δυνατότητα πρόσθετης χρηματοδότησης μέσω των τομεακών παρεμβάσεων της ΚΑΠ.
Στη βάση αυτή προβλέπεται και εξαίρεση από την υποχρέωση γραπτής σύμβασης, όταν ο παραγωγός παραδίδει στη δική του οργάνωση ως μέλος της. Η εξαίρεση όμως δεν είναι αυτόματη: ισχύει μόνο εφόσον το καταστατικό θεσπίζει διαφανείς, δημοκρατικά εγκεκριμένους και γνωστούς στα μέλη κανόνες, διαδικασίες και προθεσμίες πληρωμής. Για δεκάδες ελληνικούς αγροτικούς συνεταιρισμούς αυτό σημαίνει καταστατική προσαρμογή μέσα στην επόμενη διετία — αλλιώς θα βρεθούν να υπογράφουν συμβάσεις με τα ίδια τους τα μέλη.
Η ισπανική Ένωση Μικρών Αγροτών (UPA) χαρακτήρισε τον κανονισμό «σημαντικό βήμα προς την ενίσχυση της διαπραγματευτικής θέσης των αγροτών σε όλες τις χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης». Η Ισπανία εφαρμόζει ανάλογες υποχρεώσεις εδώ και χρόνια σε εθνικό επίπεδο· η καινοτομία είναι ότι το μέτρο παύει να είναι εθνική ιδιαιτερότητα και γίνεται ευρωπαϊκός κανόνας, με ισχύ και στις διασυνοριακές συναλλαγές.
Το ερώτημα που μένει αναπάντητο
Στην Ελλάδα η υποχρέωση γραπτής συμφωνίας υπάρχει ήδη σε επιμέρους μορφές μέσω της νομοθεσίας για τις αθέμιτες εμπορικές πρακτικές στην αλυσίδα εφοδιασμού τροφίμων. Το κενό δεν ήταν ποτέ νομοθετικό, ήταν ελεγκτικό. Και ο νέος κανονισμός δεν διευκρινίζει ποιος θα ελέγχει την εφαρμογή του στην πράξη ούτε ποιες θα είναι οι κυρώσεις για τις παραβάσεις — αυτό αφήνεται στα κράτη μέλη. Δεν είναι επίσης δευτερεύον ότι τα κράτη μέλη μπορούν να εξαιρούν συγκεκριμένους τομείς από την υποχρέωση, κατόπιν αιτήματος διεπαγγελματικής οργάνωσης του κλάδου· ο ελαιοκομικός τομέας είναι ακριβώς ένας από αυτούς που μπορεί να ζητήσουν τέτοια εξαίρεση.
Ο κανονισμός φέρνει επίσης εναρμονισμένους κανόνες για προαιρετικούς όρους επισήμανσης όπως «δίκαιο», «ισότιμο» και «σύντομη αλυσίδα εφοδιασμού», καθώς και προστασία των ονομασιών κρέατος από προϊόντα μη ζωικής προέλευσης.
Για τον Έλληνα ελαιοπαραγωγό, που έχει ήδη επωμιστεί το Ελαιοκομικό Μητρώο, τη δήλωση συγκομιδής και πιο πρόσφατα το ψηφιακό δελτίο αποστολής, η σύμβαση είναι ένα ακόμη χαρτί. Το αν θα λειτουργήσει ως ασπίδα ή ως τυπικό γραφειοκρατικό βάρος θα κριθεί από δύο πράγματα που δεν βρίσκονται στις Βρυξέλλες: από το αν η Ελλάδα φτιάξει δείκτες τιμών που αντέχουν σε αμφισβήτηση, και από το αν κάποιος θα ελέγχει τι πραγματικά γράφεται μέσα σε αυτές τις συμβάσεις. Η διετία μέχρι τον Αύγουστο του 2028 είναι αρκετή για να ετοιμαστούν και τα δύο — ή για να μη γίνει τίποτα.
Πηγή: eur-lex.europa.eu


