Έκκληση προς τις αρμόδιες υπηρεσίες να επιτραπεί, έστω και τώρα, η υπό όρους μετακίνηση των κοπαδιών στα ορεινά βοσκοτόπια απευθύνει ο πρόεδρος της Κοινότητας Σαμαρίνας και κτηνοτρόφος Γιάννης Λυγούρας, μιλώντας στην ΕΡΤ Λάρισας. Δεκάδες κτηνοτρόφοι που κάθε καλοκαίρι ανεβάζουν τα ζώα τους στα βοσκοτόπια της Σαμαρίνας παραμένουν φέτος εγκλωβισμένοι στα πεδινά, εξαιτίας των περιοριστικών μέτρων για την ευλογιά των αιγοπροβάτων.
Το αίτημα είναι συγκεκριμένο: έλεγχος για τη νόσο —ακόμη και ζώο προς ζώο— και, εφόσον διαπιστωθεί ότι τα αιγοπρόβατα δεν νοσούν, να δοθεί «πράσινο φως» για τη μετακίνηση. Όπως τόνισε ο κ. Λυγούρας, οι εγκαταστάσεις στα πεδινά δεν είναι κατάλληλες για τη διαβίωση των ζώων μέσα στο καλοκαίρι, ενώ πρόκειται για φυλές που δεν αντέχουν τον εγκλεισμό και τις υψηλές θερμοκρασίες. Για την ορεινή, μετακινούμενη κτηνοτροφία η άνοδος στα θερινά λιβάδια δεν είναι επιλογή αλλά όρος επιβίωσης του ζωικού κεφαλαίου.
Τι προβλέπει η εγκύκλιος του ΥΠΑΑΤ
Η κόντρα δεν είναι καινούργια. Στις 8 Ιουνίου το Υπουργείο Αγροτικής Ανάπτυξης εξέδωσε νέα εγκύκλιο (146294/08-06-2026), με την οποία επιτρέπει υπό προϋποθέσεις τη μετακίνηση ζώων προς τους θερινούς βοσκότοπους, ανάλογα με το καθεστώς της κάθε ζώνης — ελεύθερης ή περαιτέρω απαγορευμένης. Στην πράξη, όμως, οι αλλαγές χαρακτηρίστηκαν από τους κτηνοτροφικούς φορείς «πολύ μικρές» και δεν φαίνεται να ξεκλείδωσαν περιπτώσεις όπως αυτή της Σαμαρίνας, όπου τα κοπάδια εξακολουθούν να μένουν καθηλωμένα.
Το ζήτημα έχει ήδη φτάσει στη Βουλή. Όπως είχαμε αναφέρει, ο βουλευτής Γιάννης Κόκκαλης έκανε λόγο για περίπου 70.000 αιγοπρόβατα «εγκλωβισμένα» εξαιτίας της απαγόρευσης, ζητώντας άμεση λύση. Παράλληλα, οι Περιφερειάρχες Θεσσαλίας, Ηπείρου και Δυτικής Μακεδονίας έχουν ζητήσει εγγράφως από το ΥΠΑΑΤ την επαναφορά της διάταξης που επιτρέπει τη μετακίνηση προς τα ορεινά.
Το βάρος της ευλογιάς
Η επιζωοτία έχει αφήσει βαρύ αποτύπωμα στην ελληνική αιγοπροβατοτροφία. Σύμφωνα με τα στοιχεία του ΥΠΑΑΤ, από τον Αύγουστο του 2024 έως τις 24 Μαΐου 2026 καταγράφηκαν 172 επιβεβαιωμένα κρούσματα σε 2.681 εκτροφές, με τις θανατώσεις να ξεπερνούν τις 488.000. Παρά την πτωτική τάση, νέες εστίες συνεχίζουν να εμφανίζονται: από τις 30 Μαρτίου 2026 προστέθηκαν δέκα ακόμη σε Στερεά Ελλάδα, Δυτική Ελλάδα και Θεσσαλία, με την Π.Ε. Λάρισας ανάμεσά τους. Αυτός ακριβώς ο κίνδυνος επανεμφάνισης κρατά τις κτηνιατρικές αρχές σε επιφυλακή και δικαιολογεί, από την πλευρά τους, τη διατήρηση των περιορισμών.
Το κόστος, ωστόσο, δεν είναι μόνο υγειονομικό. Οι μαζικές θανατώσεις έχουν συρρικνώσει το ζωικό κεφάλαιο, ενώ αρκετοί κτηνοτρόφοι που έχασαν τα ζώα τους βρέθηκαν και εκτός της συνδεδεμένης ενίσχυσης αιγοπροβάτων. Η εικόνα αποτυπώνεται και στα επίσημα στοιχεία: σε περιοχές όπως η Δυτική Μακεδονία, η κτηνοτροφία κατέγραψε κατάρρευση εκμεταλλεύσεων μέσα στο 2025.
Το δίλημμα είναι πραγματικό: κάθε μετακίνηση κρύβει ρίσκο διασποράς, αλλά ο εγκλωβισμός στα πεδινά μέσα στον καύσωνα απειλεί ζώα και εισοδήματα εξίσου. Για τις ορεινές κοινότητες σαν τη Σαμαρίνα, όπου η ανάβαση στα λιβάδια είναι δεμένη με τον ίδιο τον τρόπο ζωής, το ερώτημα δεν είναι αν θα βρεθεί λύση, αλλά αν θα βρεθεί προτού τελειώσει το καλοκαίρι.
Πηγή: ertnews.gr
