Αρχική Blog Σελίδα 706

Aμύγδαλο | Ξεμένει από προϊόν η εγχώρια αγορά, μειωμένη 44% η παραγωγή στην Ισπανία

0


 

Κατά 44% αναμένεται να συρρικνωθεί η παραγωγή αμυγδάλου στην Ισπανία τη σεζόν 2022-2023, σε σύγκριση με εκείνη του 2021-2022 σύμφωνα με τελευταίες εκτιμήσεις της Union de Uniones

Όπως σημειώνεται, οι καιρικές συνθήκες του περασμένου Απριλίου σε συνδυασμό με τη ξηρασία του καλοκαιριού έχει μειώσει τη παραγωγή κατά 40% σε σύγκριση με το μέσο όρο της περασμένης πενταετίας.

Αν και η τιμή του αμυγδάλου παρουσιάζει αύξηση, όπως σημειώνει η Ένωση, αυτή δεν είναι ικανή να αντισταθμίσει την απώλεια από την χαμηλή παραγωγή. 

Μένει από προιόν η αγορά στην Ελλάδα

Πρώτη ύλη µισοτιµής ψάχνει να βρει το εµπόριο τις τελευταίες εβδοµάδες, µε πολλούς εµπόρους να παζαρεύουν ακόµη και τα 5 ευρώ το κιλό για ποιοτική ψίχα φυρανιάς και το 1,80 µε 2 ευρώ για κόκκαλο, βασιζόµενοι στην ανάγκη για ρευστότητα πολλών µικρών καλλιεργητών. Για ψίχα δε άλλων ποικιλιών όπως η Βάιρο, τη δεδοµένη στιγµή το εµπόριο αρνείται πεισµατικά να δώσει κάτι παραπάνω από 4 ευρώ.  Η κατάσταση αυτή φαίνεται να είναι γενικευµένη και όχι µεµονωµένο περιστατικό, όπως εξηγεί στην Agrenda ο, παραγωγός αµυγδάλου από την Ξάνθη Μίλτος Πατρωνίδης.

Αυτή η συµπεριφορά των εµπόρων προκαλεί σε ένα βαθµό απορία, πέραν της αγανάκτησης στους κύκλους των παραγωγών, για το που θα βρουν πρώτη ύλη βιοµηχανία και δίκτυα λιανικής. «Φέτος έχει ζηµιές και η Τουρκία πέρα από την Ισπανία και τις ΗΠΑ, ενώ είναι γνωστό εδώ στη Βόρεια Ελλάδα πως οι γείτονες δεν δίνουν κόκκαλο σε τιµές κάτω από 3 ευρώ για καµία ποικιλία» σηµειώνει ο Μίλτος Πατρωνίδης. Παρόµοια κατάσταση επικρατεί και στα Τρίκαλα, όπου κανείς δεν είναι διατεθειµένος προς το παρόν να αγοράσει ποιοτική ψίχα για πάνω από 5 – 5,5 ευρώ, εξηγεί η παραγωγός Μαρούλα Μπαλάφα.

Εν τω µεταξύ, ενδιαφέρον παρουσιάζει η αντιµετώπιση των παραγωγών από µερίδα εµπόρων, οι οποίοι ούτε καν ζητούν δείγµα από την παραγωγή για να τη σπάσουν και να έρθουν έπειτα σε συµφωνία για την τελική τιµή, εφόσον το προϊόν τους καλύπτει. Πολλοί χρησιµοποιούν ασαφή µετεωρολογικά στοιχεία και αναφορές για ζηµιές σε επίπεδο Δήµου από έντυπο και  ηλεκτρονικό τύπο, ώστε να απορρίψουν ολόκληρη την παραγωγή ως προβληµατική, «προσφέροντας» στη συνέχεια χαµηλές τιµές. Η τακτική είναι απλή και δοκιµασµένη. Σε µία χρονιά όπως η φετινή, όπου η εγχώρια παραγωγή είναι ικανοποιητική και έχει όλα τα φόντα να καλύψει την εσωτερική ζήτηση δίχως πολλές εισαγωγές, το εµπόριο πιστεύει πως µπορεί να εξασφαλίσει τις ποσότητες που χρειάζεται αν απλώς περιµένει, στηριζόµενο στην ανάγκη όσων έχουν µικρό κλήρο και µεγάλη έλλειψη ρευστότητας.

Στη παρούσα φάση οι περισσότεροι παραγωγοί αποθηκεύουν προϊόν και περιµένουν την έναρξη της περιόδου των γιορτών, όπου η ζήτηση για αµύγδαλο θα αυξηθεί και οι παραγωγοί θα είναι σε θέση να διεκδικήσουν πολύ καλύτερες τιµές.

Πηγή – agronews.gr

Βαμβάκι | Μείωση 50% των παραγγελιών από τους κλώστες στην Τουρκία

0


 

Νοσεί φέτος η ζήτηση για το ελληνικό βαμβάκι, καθώς οι κλώστες στην Τουρκία, το μεγαλύτερο πελάτη για το ελληνικό «λευκό χρυσό», έχουν μειώσει τις παραγγελίες τους, διότι το νήμα που παράγουν το εξάγουν κυρίως στη γερμανική αγορά, την οικονομική «κολεκτίβα» της Ευρώπης η οποία στο μεγαλύτερό της μέρος αντιμετωπίζει το φάσμα της ύφεσης

Κόβουν 50% τις παραγγελίες οι Τούρκοι κλώστες, υπό πίεση το ελληνικό βαμβάκι

Ως αποτέλεσμα, ενώ παραδοσιακά η γειτονική χώρα παίρνει τα 2/3 της ελληνικής παραγωγής εκκοκκισμένου βαμβακιού, φέτος είναι πιθανό οι αγορές της να περιοριστούν στο 1/3 του συνόλου και αυτό, γιατί, συν τοις άλλοις, έχουν μεγάλη και ποιοτική δική τους παραγωγή, αλλά και πολλά αποθέματα νήματος στα κλωστήριά τους.

Παρόλα αυτά, δεν υπάρχει λόγος να προκαλείται άγχος στους Έλληνες εκκοκκιστές, δεδομένου ότι υπάρχουν αγορές για να απορροφήσουν το ελληνικό βαμβάκι. Για παράδειγμα η Αίγυπτος έχει ανεβάσει το ρυθμό των αγορών της, ενώ σημαντικό come back έχει κάνει το Πακιστάν, μετά το κενό παραγωγής που άφησαν οι πλημμύρες στην ασιατική χώρα.

Επίσης, αναμένεται να ανακάμψει η ζήτηση και από την Άπω Ανατολή, η οποία είχε ατονήσει τα προηγούμενα χρόνια για το ελληνικό βαμβάκι, λόγω των μεγάλων αυξήσεων στα ναύλα των θαλάσσιων μεταφορών, τα οποία πλέον έχουν επανέλθει σε χαμηλά επίπεδα.

Την άποψη αυτή διατύπωσε ο Γιάννης Παπαδογιάννης, αντιπρόσωπος εμπορικών οίκων, μιλώντας στις εργασίες των 5ων Μεσογειακών Δρόμων Βαμβακιού, που οργανώθηκαν στη Θεσσαλονίκη το απόγευμα της περασμένης Πέμπτης 24 Νοεμβρίου, με τη συμμετοχή όλων των μεγάλων παραγωγών χωρών της περιοχής, της διεθνούς ένωσης βάμβακος και εκπροσώπων διεθνών οίκων μόδας και εμπορικών οίκων.

Όπως σημείωσε ο κ. Παπαδογιάννης φέτος ήταν μια εξαιρετική χρονιά για το ελληνικό βαμβάκι από άποψη ποσότητας και κυρίως ποιότητας, καθώς το 70% της σοδειάς ήταν υψηλών προδιαγραφών, ενώ ως όγκος θα φτάσει τους 305.000 τόνους σύσπορου. Τόνισε ακόμη ότι μέχρι τώρα πωλήσεις εκτιμάται πως έχουν φτάσει τους 150.000 τόνους και είναι χαμηλότερες από άλλες χρονιές τέτοια εποχή, αλλά δεν υπάρχει λόγος ανησυχίας γιατί η πώληση βάμβακος δεν ήταν ποτέ δύσκολη, καθώς υπάρχουν πρόθυμες αγορές να το απορροφήσουν.

Παρουσιάζοντας τα δεδομένα της τουρκικής αγοράς, ο Φατίχ Ντογάν αντιπρόσωπος εμπορικών οίκων σημείωσε, μεταξύ άλλων, πως μετά από μια «χρυσή διετία» για τον κλωστοϋφαντουργικό κλάδο της Τουρκίας, που είχε απροσδόκητα μεγάλη ζήτηση, φέτος είναι μια ιδιαίτερη χρονιά, δεδομένου ότι η παγκόσμια κατανάλωση εμφανίζει μείωση. «Όλοι περιμένουν να έρθει μια πιο κατάλληλη στιγμή για να αγοράσουν. Δεν θέλω να σας παρασύρω στη απαισιοδοξία αλλά παρατηρείται συρρίκνωση ζήτησης σε όλο τον κόσμο και δεν γνωρίζουμε πότε θα ανατείλει και πάλι ο ήλιος. Ευελπιστώ ότι το σκοτάδι θα κρατήσει λίγο», ανέφερε, αλλά έσπευσε να σημειώσει πως «δεν έχω κρυστάλλινη γυάλα για να προβλέψω πότε θα γίνει αυτό».

Ο καθηγητής Νέγκμα Μοχάμεντ ανέφερε πως η Αίγυπτος την επόμενη χρονιά θα διπλασιάσει τις εισαγωγές από την Ελλάδα, δεδομένου ότι έχουν γίνει μεγάλες επενδύσεις σε σύγχρονα εκκοκκιστήρια. Ως προς το αιγυπτιακό βαμβάκι, είπε πως φέτος έφτασε στους 150.000 παραγωγή, από 70.000 ένα χρόνο πριν, και τόνισε πως έχει πολύ καλή προοπτική, καθώς συλλέγεται με το χέρι, δεν είναι γενετικά τροποποιημένο κι έχει πλήρη ιχνηλασιμότητα. Αντίστοιχα, ο Μανόλο Κάνε, από τον φορέα βάμβακος της Ισπανίας επεσήμανε πως τα δύο βασικά προβλήματα της ισπανικής παραγωγής είναι η λειψυδρία κι η έλλειψη εργατικών χεριών, που επηρεάζουν την παραγωγή τα τελευταία χρόνια.

εργασίες των 5ων Μεσογειακών Δρόμων Βαμβακιού, που οργανώθηκαν στη Θεσσαλονίκη το απόγευμα της περασμένης Πέμπτης 24 Νοεμβρίου

Κερδίζει χώρο το πιστοποιημένο βιώσιμο βαμβάκι

Μνεία στη μείωση της ζήτησης από την Κίνα, που δημιουργεί το 40% της κατανάλωσης έκανε μεταξύ άλλων ο αντιπρόεδρος του χρηματιστηρίου της Βρέμης, Φριτζ Γκρόμπιν, ο οποίος αναφέρθηκε στην πορεία της αγοράς βάμβακος, εν μέσω της διεθνούς κρίσης.

Για τις εξαγωγές του ελληνικού βαμβακιού ανέφερε πως κατέχει ποσοστό 2,8% του παγκόσμιου εξαγωγικού όγκου και είναι μετρήσιμη δύναμη, ιδίως με δεδομένο ότι είναι βασικός προμηθευτής της Τουρκίας. Επισήμανε ακόμη πως το μερίδιο του πιστοποιημένου βιώσιμου βάμβακος αυξήθηκε πολύ, ιδίως πέρυσι και εξέφρασε την εκτίμηση πως αυτό θα συνεχιστεί και θα αποτελέσει την κύρια αγορά, διότι οι άνθρωποι το ζητούν και οι αγορές θα ανταποκριθούν. Είπε επίσης πως το βαμβάκι χάνει μερίδια από τον πολυεστέρα σε πολλές αγορές, που δεν έχουν την οικονομική δυνατότητα οι καταναλωτές να αγοράσουν βαμβακερά, διότι η τιμή το βαμβακιού έχει διπλασιαστεί έναντι του πολυεστέρα, ενώ προέβλεψε πως για 2022-23 η παγκόσμια σοδιά βάμβακος θα είναι μειωμένη σε σχέση με φέτος.

Μείωση των παγκόσμιων εκτάσεων καλλιέργειας βάμβακος, κατά τουλάχιστον 100.000 εκτάρια, προέβλεψε για τα επόμενα χρόνια ο Ρομπέρτο Ρουίς, cotton research manager, της ECOM Agroindustrial ως αποτέλεσμα των χαμηλών τιμών που λαμβάνει το βαμβάκι.

(Λεωνίδας Λιάμης – agronews.gr)

Εγκαταλείπεται η καλλιέργεια λυκίσκου

0


Στην Ελλάδα ο λυκίσλος καλλιεργείται κυρίως στην Ήπειρο και είναι γνωστό ως αγριόκλημα

Μειωμένη ατά 28% είναι το 2022 η ευρωπαϊκή παραγωγή λυκίσκου, προκαλώντας ανησυχία τόσο στους αγρότες όσο και στους ζυθοποιούς, όπως τονίζει η ευρωπαϊκή οργάνωση Copa-Cogeca.

Τα ακραία καιρικά φαινόμενα – υψηλές θερμοκρασίες, χαλάζι και ξηρασία – κατά τη διάρκεια των καλοκαιρινών μηνών εκτιμάται ότι είχαν ως αποτέλεσμα μείωση της παραγωγής για το α οξύ και αρωματικό λυκίσκο σε σύγκριση με το 2021 φτάνοντας συνολικά στην ΕΕ τους 64. 338 τόνους, ποσότητες κάτω από τις μέσες αποδόσεις της δεκαετίας. Πτώση κατά 37,8% αναμένεται επίσης για την παραγωγή α οξέων. Να σημειωθεί ότι ο λυκίσκος, εκτός από τη βιομηχανία της μπύρας, είναι γνωστός και στη βιομηχανία των φαρμάκων.

Όπως επισημαίνει η Copa – Cogeca, εν μέσω της αύξησης του κόστους παραγωγής (ενέργεια, λιπάσματα, προσωπικό) και της έλλειψη φυτοπροστατευτικών προϊόντων, τα αποτελέσματα της μειωμένης συγκομιδής θέτουν σημαντικές προκλήσεις για ολόκληρη τη βιομηχανία, που εξαρτάται από τον λυκίσκο. 

Σχολιάζοντας τα εκτιμώμενα στοιχεία, ο κ. Zdenek Rosa, πρόεδρος της Επιτροπής Εργασίας Copa-Cogeca επισήμανε ότι η πτώση των αποδόσεων λυκίσκου και α οξέων είναι ενδεικτική των αυξανόμενων επιπτώσεων  της κλιματικής αλλαγής. «Αντιμετωπίζουμε τώρα σημαντικές κλιματικές διακυμάνσεις. Το 2022 με την έντονη ξηρασία, είχε ισχυρό αντίκτυπο στην ανάπτυξη των φυτών, ενώ η μειωμένη χρήση λιπασμάτων και φυτοπροστατευτικών προϊόντων λόγω του υψηλού κόστους παραγωγής και των ελλείψεων μόνο επιδεινώνουν την κατάσταση. Στην πραγματικότητα, αν εξετάσουμε απλώς τις καλλιεργούμενες εκτάσεις, η έκταση έχει παρέμεινε σταθερή στα 30.795 εκτάρια τα τελευταία χρόνια. Ως αποτέλεσμα, η αγορά θα είναι εφοδιασμένη με περιορισμένες ποσότητες λυκίσκου από το 2022. Οι μεμονωμένες ποικιλίες είναι πιθανό να χρησιμοποιηθούν για την εκπλήρωση των υφιστάμενων συμβάσεων με ζυθοποιούς».

Μακροχρόνιες συμβάσεις

Οι ευρωπαίοι παραγωγοί λυκίσκου εργάζονται παραδοσιακά με μακροχρόνιες συμβάσεις, με καθορισμένες τιμές, οι οποίες έχουν κλειστεί χρόνια νωρίτερα. Όπως επισημαίνουν, αυτές οι μακροχρόνιες συμβάσεις δεν λαμβάνουν υπόψη την αύξηση του κόστους παραγωγής που αντιμετωπίζουν τώρα. Η αδυναμία μετακύλισης του αυξημένου κόστους σε συνδυασμό με τη μειωμένη οι αποδόσεις θα επηρεάσουν έντονα την κερδοφορία των παραγωγών λυκίσκου, οι οποίοι ήδη παλεύουν να επιβιώσουν.

Οι παραγωγοί λυκίσκου έχουν δεσμευτεί να παράγουν με βιώσιμο τρόπο χρησιμοποιώντας σύγχρονες τεχνολογίες, να παρακολουθούν και να αντιμετωπίζουν τα παράσιτα και τις ασθένειες και να χρησιμοποιούν φυτοπροστατευτικά προϊόντα μόνο όταν απαιτείται και σε προκαθορισμένο όγκο παραγωγής.

«Για ορισμένες μικρές καλλιέργειες, δεν υπάρχουν ουσίες που θα μπορούσαμε να χρησιμοποιήσουμε εδώ και αρκετό καιρό, παρά την υψηλή πίεση που δέχονται οι παραγωγοί λυκίσκου. Περαιτέρω μείωση των διαθέσιμων φυτοπροστατευτικών προϊόντων θα οδηγήσουν σε χαμηλότερες αποδόσεις και κακή ποιότητα λυκίσκου, ενώ οι απαγορεύσεις χωρίς βιώσιμες εναλλακτικές λύσεις ωθούν μόνο τους παραγωγούς της ΕΕ στην πόρτα της εξόδου και αντικαθιστούν την εγχώρια παραγωγή με εισαγόμενο προϊόν», πρόσθεσε ο κ. Rosa. 

Η κατάσταση ανά χώρα παραγωγής της ΕΕ

Στη μεγαλύτερη παραγωγό χώρα της ΕΕ, τη Γερμανία, οι αποδόσεις και οι περιεκτικότητες του 2022 ήταν κατά πολύ κάτω από εκείνες του 2021 (-28,6% για το λυκίσκο και -40,3% για το α οξύ) λόγω ξηρασίας, ζέστης και χαλάζι. Κατά μέσο  όρο, αναφέρθηκαν περίπου 2.500 ευρώ πρόσθετο κόστος ανά εκτάριο, με διαφορές ανάλογα με την καλλιεργούμενη ποικιλία.

Η παραγωγή λυκίσκου και α οξέος στην Τσεχική Δημοκρατία μειώθηκε στο μισό (-48,3% και -57,5%, αντίστοιχα). Η μείωση του όγκου ήταν αποτέλεσμα της ξηρασίας και των υψηλών θερμοκρασίες που επηρέασαν την ποικιλία Saaz (χαμηλότερη απόδοση Saaz από το 1960). Η ποικιλία Saaz αντιπροσωπεύει το 83% των συνολικών εκτάσεων λυκίσκου στη χώρα.

Στην Πολωνία, οι ξηρασίες, οι διακυμάνσεις της θερμοκρασίας και η μειωμένη χρήση λιπασμάτων (λόγω του υψηλού κόστους) οδήγησαν σε πτώση των αποδόσεων κατά 7,7%. Η παραγωγή α οξέος παρουσίασε μια μικρή αύξηση +1,3%.

Ο όγκος παραγωγής λυκίσκου μειώθηκε στη Γαλλία, το Βέλγιο, τη Ρουμανία και τη Σλοβακία λόγω των καιρικών φαινομένων των καλοκαιρινών μηνών. Οι ποσότητες του παραγόμενου α οξέος μειώθηκαν κατά 29%, 6,9%, 15% και 50%, αντίστοιχα.

Επίσης, η Σλοβενία, η Ισπανία, η Αυστρία και η Βουλγαρία είδαν τις αποδόσεις τους σε λυκίσκο να αυξάνονται κατά 3,8%, 4,5%, 14,2% και 9,4% το 2022. Οι δύο πρώτες χώρες κατέγραψαν παρόμοια αύξηση του α επίπεδα οξέων (+3,5% και +0,9%), ενώ η Αυστρία παρουσίασε μείωση 10,8%.

Σταθερή παρέμεινε η Βουλγαρία. 

Χαρακτηριστικά του λυκίσκου

Πρόκειται για ένα αρωματικό και φαρμακευτικό ιθαγενές φυτό της εύκρατης ζώνης του βορείου ημισφαιρίου. Έχει οικονομική ζωή 20-25 έτη. Σήμερα καλλιεργείται σε μεγάλες εκτάσεις κυρίως στη Γερμανία, ΗΠΑ και Κίνα.

Στην Ελλάδα συναντάται ως αυτοφυές είδος και η καλλιέργεια του είναι περιορισμένη. Καλλιεργείται κυρίως στην Ήπειρο και είναι γνωστό με το όνομα αγριόκλημα.

Αποδόσεις

Από το δεύτερο κιόλας έτος ο λυκίσκος αποδίδει περίπου 200-250 κιλά το στρέμμα ενώ αργότερα φτάνει και τα 300-400 κιλά. Η ποσότητα που παράγει είναι υπέρογκη αν σκεφτούμε ότι για κάθε χίλια λίτρα μπύρας χρειάζονται μόλις 0,3 κιλά ξηρών άνθεων λυκίσκου.

Πηγή www.in.gr

 

Χρυσά τα μεροκάματα για την ελαιοσυλλογή

0

 

Πρόσθετη επιβάρυνση για τους παραγωγούς

Μέχρι και τα 60 ευρώ (συν 6 ευρώ το εργόσημο) έφτασαν τα μεροκάματα για την ελαιοσυλλογή στο νομό Χανίων! Μάλιστα για συνεργεία που αναλαμβάνουν με δικά τους εργαλεία να μαζέψουν ελιές το ποσό του ημερομισθίου φτάνει και τα 70 ευρώ, ενώ επειδή η έλλειψη εργατικού προσωπικού είναι μεγάλη αυτές τις ημέρες αναμένεται και αυτά τα ημερομίσθια να ανέβουν κατά 5 – 10 ευρώ.

Σύμφωνα με πληροφορίες που συνέλεξαν τα haniotika-nea από μεμονωμένους παραγωγούς, συνεταιρισμούς και ομάδες παραγωγών, επιβεβαιώνεται πως είναι ελάχιστοι οι διαθέσιμοι αγροεργάτες στο Νομό Χανίων αλλά και σε όλη την Κρήτη. Πολλοί παλιοί μετανάστες -που εργάζονταν για χρόνια στην ελαιοσυλλογή κυρίως- έφυγαν στο εξωτερικό για καλύτερες συνθήκες εργασίας, ενώ την ίδια ώρα ήλθαν ελάχιστοι από τις χώρες τους και την ηπειρωτική Ελλάδα, ενώ μικρός ήταν και ο αριθμός Ελλήνων εργατών γης που ήλθαν στην Κρήτη για να εργαστούν.

Ο μικρός διαθέσιμος αριθμός εργατών είχε ως αποτέλεσμα να αυξηθεί η ζήτηση για τους παραμένοντες με τα ημερομίσθια να φτάνουν μέχρι και τα 60 ευρώ, ποσό που σύμφωνα με αρκετούς παραγωγούς «είναι υπέρογκο και δεν μπορεί να καλυφθεί από τα έσοδα πώλησης του ελαιολάδου».

Σε ό,τι αφορά τις ”σιμισιακές ελιές”, τις ελιές δηλαδή που μέχρι πρόσφατα δίνονταν από ένα ιδιοκτήτη σε ένα συνεργείο να τις μαζέψει και να του δώσει το μισό λάδι αλλά να αναλάβει παράλληλα και το κλάδεμα και την αναγκαία φροντίδα τους και αυτή η διαδικασία έχει αλλάξει. Τα συνεργεία ζητάνε πλέον το μισό λάδι για το μάζεμα του ελαιόκαρπου και οι επιπλέον εργασίες (λίπανση, κλάδεμα) διεκδικούν να πληρώνονται επιπλέον.

Πάντως παράγοντες που ασχολούνται με τα αγροτικά ζητήματα τόνισαν, πως πλέον είναι πολύ δύσκολο αυτήν την ώρα να βρεθεί ο αναγκαίος αριθμός εργατών γης καθώς η νομοθεσία δεν συμβάλλει στην προσέλκυση αλλοδαπών λόγω των πολλών γραφειοκρατικών παραμέτρων που βάζει. Αντίθετα άλλες χώρες όπως η Ιταλία και η Ισπανία έχουν απλοποιήσει πολύ τις διαδικασίες τους με αποτέλεσμα οι μετανάστες να πηγαίνουν εκεί για να εργαστούν.

(Γιώργος Κώνστας – haniotika-nea.gr)


Μελισσοκομία: Κινδυνεύει η βιωσιμότητα των εκμεταλλεύσεων

0


 

Ραγδαία η μείωση των πληθυσμών μέλισσας

Η άνοδος των τιμών στις μελισσοτροφές και του κόστους μετακινήσεων των κυψελών, αλλά και η ραγδαία μείωση των μελισσών θέτουν σε κίνδυνο τη βιωσιμότητα αρκετών εκμεταλλεύσεων του κλάδου.

Τον κίνδυνο συρρίκνωσης αλλά και την ανάγκη να ενισχυθεί ο κλάδος της μελισσοκομίας, ώστε να επιβιώσουν όλες οι μονάδες, ανεξαρτήτως δυναμικότητας κυψελών, επισημαίνει ο αντιπεριφερειάρχης Πέλλας, Ιορδάνης Τζαμτζής, με επιστολή του προς την αρμόδια Διεύθυνση του ΥπΑΑΤ.

Ιδιαίτερη αναφορά γίνεται στην αύξηση του κόστους παραγωγής, εξαιτίας της ραγδαίας ανόδου των τιμών στις μελισσοτροφές και του υπερδιπλασιασμού του κόστους μετακινήσεων των κυψελών. Στον αντίποδα, επισημαίνονται οι χαμηλές τιμές χονδρικής πώλησης μελιού από τους παραγωγούς (μόλις 3,5 ευρώ το κιλό).

Αναφέρεται στη ραγδαία μείωση των πληθυσμών μέλισσας, εξαιτίας αντίξοων καιρικών συνθηκών αλλά και ασθενειών, που μεταδίδονται εξαιτίας της μεγάλης συγκέντρωσης κοπαδιών στη Χαλκιδική, αφού άλλα δάση, όπως το δάσος της Εύβοιας, έχουν καεί.

Πέρα όμως από την διασφάλιση της παραγωγής του πολύτιμου μελιού θα πρέπει να συνυπολογιστεί ότι η εξάλειψη των μελισσών, θα επιφέρει σοβαρό πλήγμα στην παραγωγή φρούτων και λαχανικών, καθώς οι μέλισσες είναι από τους πιο σημαντικούς επικονιαστές του οικοσυστήματός μας. 

Καταλήγοντας στην επιστολή ζητεί να ενισχυθούν όλοι οι μελισσοκόμοι, κατ’ αναλογία του αριθμού των κυψελών τους, ώστε να καλύψουν τις ανάγκες τους σε τροφή (ζαχαροζύμαρο), προκειμένου να μην πεθάνουν οι μέλισσες.

Επιπλέον οι μελισσοκόμοι που έχουν 50 κυψέλες και άνω να επιδοτηθούν και για το κόστος των μετακινήσεών τους καθώς, σύμφωνα με στατιστικά στοιχεί της ΔΑΟΚ Πέλλας, των 95% αυτών, μετακινούν τα μελίσσια τους, σε απόσταση άνω των 50 χιλιομέτρων.

Τέλος, ο κ. Τζαμτζής ζητεί να αρθεί η απαγόρευση στην πώληση μελιού από τους παραγωγούς σε άλλες περιοχές, πέραν της Περιφερειακής Ενότητας, στην οποία ανήκει η έδρα του μελισσοκομείου τους.

Μειωμένη η ενίσχυση για τις ζωοτροφές στην πτηνοτροφία

0


 

Το πλήγμα που δέχτηκε και η πτηνοτροφία καταγράφεται σε επιστολή προς το ΥπΑΑΤ

Άνιση κατανομή των κονδυλίων για την κτηνοτροφία από την αύξηση των ζωοτροφών σε βάρος της ελληνικής πτηνοτροφίας διαπιστώνει η Πανελλήνια Ένωση Οργανώσεων Πτηνοτρόφων Παραγωγών (ΠΕΟΠΠ).

Όπως επισημαίνει σε επιστολή της ΠΕΟΠΠ, την οποία συνυπογράφουν Ενώσεις και ομάδες παραγωγών πτηνοτροφίας προς την ηγεσία του υπουργείου Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων, «ενώ το ύψος της ενίσχυσης για όλη την κτηνοτροφία έχει διπλασιαστεί συγκριτικά με την προηγούμενη κατανομή (2%) και παρά τις υποσχέσεις που είχαν επανειλημμένα δοθεί, παραδόξως στον κλάδο της πτηνοτροφίας αντί του διπλασιασμού μειώθηκε στο ήμισυ. Αυτό χωρίς καμία απόλυτος εξήγηση από πλευράς της πολιτικής ηγεσίας του υπουργείου».

«Προφανώς η κατανομή έγινε με αλλά κριτήρια, χωρίς να ληφθεί υπόψιν η αντικειμενική, οικονομική και ποσοτική ζημιά του κάθε κλάδου της ζωικής παραγωγής και ο νοών νοείτω. Δυστυχώς επαναλαμβάνεται και μάλιστα σε χειρότερη εκδοχή το πρόβλημα που δημιουργήθηκε στην πρώτη κατανομή {2%}, όπου περισσότερο από το 20% των πτηνοτρόφων δεν έχει ακόμα πληρωθεί εδώ και οκτώ μήνες, ενώ έχει εντοπιστεί το πρόβλημα αλλά δεν έχει λυθεί μέχρι σήμερα παρόλο που υπάρχουν αδιάθετα κονδύλια από τα προϋπολογισθέντα. Ενδεχόμενος η πολιτική ηγεσία του ΥΠΑΑΤ να μην ενδιαφέρεται για την ασφαλή επισιτιστική επάρκεια του καταναλωτικού κοινού σε προϊόντα κοτόπουλου, καθώς επίσης να θέλει να τιμωρήσει την οργανωμένη παραγωγή ελληνικών πτηνοτροφικών προϊόντων και το σύνολο των πτηνοτρόφων της χώρας, όταν γνωρίζει πολύ καλά ότι η πτηνοτροφία δεν άνηκε ούτε ανήκει στην βασική ενίσχυση, ούτε στις συνδεδεμένες της ΚΑΠ, αλλά ούτε σε οποιαδήποτε άλλη ενίσχυση», υπογραμμίζεται στην επιστολή. 

Οι πτηνοτρόφοι ζητούν από το ΥπΑΑΤ «πριν να είναι αργά να άρετε την αδικία σε βάρος της ελληνικής πτηνοτροφίας και να σταθείτε στο ύψος των περιστάσεων αποδίδοντας αυτά που μας αναλογούν και τίποτα περισσότερο και μάλιστα χωρίς αυτό να είναι σε βάρος οποιουδήποτε άλλου κλάδου της ζωικής παραγωγής».

Να σημειωθεί, όπως υπενθυμίζει η ΠΕΟΠΠ στην επιστολή της, η πτηνοτροφία στη χώρα μας αποτελεί τον πιο αναπτυγμένο και εξελισσόμενο κλάδο της ζωικής παραγωγής κάνοντας τη χώρα μας αυτάρκη σε προϊόντα κοτόπουλου σε ποσοστό 80% και αναπτύσσοντας τα τελευταία χρόνια και έναν εξαγωγικό προσανατολισμό, ενώ τα τελευταία δυο χρόνια η πτηνοτροφία δέχτηκε ένα μεγάλο πλήγμα με την αύξηση του κόστους παραγωγής λόγω της μεγάλης αύξησης των τιμών των δημητριακών, το οποίο μεγάλωσε με την έναρξη του Ρωσοουκρανικού πολέμου: «Η ετήσια επιβάρυνση της το 2021 ξεπέρασε τα 50 εκατομμύρια ευρώ και το 2022 τα 100 εκατομμύρια ευρώ. Επιπλέον το κόστος επιβαρύνθηκε με την αύξηση των τιμών της ηλεκτρικής ενέργειας και των καυσίμων. Η συμβολή της πολιτείας μέχρι σήμερα θεωρείται πολύ μικρή και δεν καλύπτει στο ελάχιστο το κόστος παραγωγής».

Πηγή www.in.gr

Καλές πρακτικές για την παραγωγή ποιοτικού ελαιολάδου

0


 Η παραγωγή ποιοτικού ελαιόλαδου εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από τις παρεμβάσεις τόσο του παραγωγού όσο και του ελαιουργού

Καθώς η συγκομιδή ελιάς έχει ξεκινήσει δυναμικά σε όλο το νησί, η Περιφέρεια Κρήτης υπενθυμίζει σε όλους τους ενδιαφερόμενους ότι η παραγωγή ποιοτικού ελαιόλαδου εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από τις παρεμβάσεις τόσο του παραγωγού όσο και του ελαιουργού.

Το ελαιόλαδο συνιστά τρόφιμο, του οποίου η ποιότητα και η εμπορική αξία είναι άμεσα συνδεδεμένες με τις φυσικοχημικές του ιδιότητες και το οργανοληπτικό του προφίλ.

Ανάμεσα στις πρακτικές που θα πρέπει να εφαρμόζονται από τον ελαιώνα μέχρι την έκθλιψη αλλά και κατά την αποθήκευση ώστε να διασφαλιστεί η ποιότητα του παραγόμενου προϊόντος, είναι οι παρακάτω:

  • Η ελαιοσυλλογή θα πρέπει να προγραμματίζεται στο κατάλληλο στάδιο ωριμότητας του καρπού κάθε ποικιλίας, έτσι ώστε να εξασφαλίζονται οι βέλτιστες συνθήκες ποιότητας και απόδοσης.
  • Αποφεύγεται κάθε είδους τραυματισμός του καρπού και οι επιμολύνσεις από το έδαφος και τα μηχανήματα κατά τη συγκομιδή.
  • Για τη μεταφορά του ελαιοκάρπου χρησιμοποιούμε καθαρά διάτρητα πλαστικά τελάρα ή σακιά με αραιή ύφανση από φυτικές ίνες.
  • Μεταφέρουμε τον καρπό το συντομότερο δυνατό σε στεγασμένο χώρο του ελαιουργείου και προγραμματίζουμε άμεσα τη διαδικασία έκθλιψης.
  • Στους χώρους του ελαιουργείου θα πρέπει να γίνεται σχολαστική καθαριότητα σε καθημερινή βάση.
  • Η έκθλιψη του καρπού λαμβάνει χώρα σε χαμηλές σχετικά θερμοκρασίες σε όλα τα στάδια παραγωγής του ελαιολάδου, από τους μαλακτήρες έως και τους διαχωριστήρες.
  • Αποθηκεύουμε το ελαιόλαδο σε καθαρές ανοξείδωτες δεξαμενές ή δοχεία, υπό ελεγχόμενες συνθήκες.
  • Επιδιώκουμε φιλτράρισμα του ελαιολάδου το συντομότερο δυνατόν για να μην υποβαθμιστεί η ποιότητά του από την υγρασία και τα στερεά κατάλοιπα της παραγωγικής διαδικασίας.

Νούμερο ένα στις εξαγωγές οι υδατοκαλλιέργειες

0


 

Συνάντηση Σ. Κεδίκογλου με την Πανελλήνια Ένωση Μικρομεσαίων Ιχθυοκαλλιεργητών

Στην κατεύθυνση της βιώσιμης ανάπτυξης των υδατοκαλλιεργειών, ο υφυπουργός Αγροτικής Ανάπτυξης & Τροφίμων, κ. Σίμος Κεδίκογλου, συναντήθηκε με τη διοίκηση της Πανελλήνιας Ένωσης Μικρομεσαίων Ιχθυοκαλλιεργητών (ΠΑΝΕΜΜΙ).

Ειδικότερα, μεταξύ των θεμάτων που συζητήθηκαν ήταν η καταβολή αποζημιώσεων λόγω της ενεργειακής κρίσης απόρροια της πολεμικής σύρραξης στην Ουκρανία και η συμμετοχή της ΠΑΝΕΜΜΙ στο Εθνικό Συμβούλιο.

Ο κ. Κεδίκογλου επισήμανε ότι οι υδατοκαλλιέργειες αποτελούν αυτή τη στιγμή το νούμερο ένα εξαγωγικό προϊόν της χώρας στον πρωτογενή τομέα και υπενθύμισε  τη δέσμευσή του  για προώθηση και στήριξη του συγκεκριμένου κλάδου που αποτελεί έναν από τους πιο δυναμικούς τομείς της ελληνικής οικονομίας.

Επιβεβαιώθηκε και από τις δύο πλευρές η πρόθεση να γίνει μια εποικοδομητική διαβούλευση στα υπό εξέταση θέματα και τονίστηκε η ανάγκη διαρκούς συνεργασίας και επικοινωνίας.

Ο υφυπουργός ενημερώθηκε εκτενώς για τα μείζονα θεσμικά θέματα του κλάδου από τα μέλη της Ένωσης, όπως εκπροσωπήθηκε από τον πρόεδρο, κ. Γιώργο Πιτάκα, τον γ.γ., Ιωακείμ Τσουκαλά, το μέλος, κ. Χάρη Νικολάου και τον τεχνικό σύμβουλο, κ. Νίκο Αναγνώπουλο, ενώ στην συνάντηση παρόντες ήταν η γενική γραμματέας Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων, κ. Χριστιάνα Καλογήρου, η προϊσταμένη της Διεύθυνσης Υδατοκαλλιέργειας, Γενική Διεύθυνση Αλιείας, κ. Αγγελική Καλλαρά και η κ. Σοφία Σπεντζάρη, στέλεχος Διαχειριστικής Αρχής και σύμβουλος του ΥφΑΑΤ.

Απούλητη έμεινε η παραγωγή – Ξεραίνονται οι καρποί στα κτήματα


 

Την απελπιστική κατάσταση την οποία βιώνουν περιγράφουν οι καστανοπαραγωγοί του Πάρνωνα

Σε αδιέξοδο βρίσκονται οι καστανοπαραγωγοί του Πάρνωνα, οι οποίοι περιγράφοντας την απελπιστική κατάσταση στην οποία έχουν περιέλθει αναφέρουν χαρακτηριστικά ότι μέχρι σήμερα δεν πούλησαν «ούτε ένα κιλό κάστανα», ενώ σταμάτησαν να μαζεύουν την παραγωγή τους αφήνοντας την να ξεραίνεται πάνω στις καστανιές.

Και αυτό την στιγμή που η φετινή χρονιά φαινόταν από την αρχή να είναι μια καλή παραγωγική χρονιά αλλά δυστυχώς εξελίχθηκε στην χειρότερη χρονιά. «Η κλιματολογική αλλαγή, οι διαδοχικές ασθένειες των τελευταίων 25 χρόνων, φέτος η καταστροφική φαιά σήψη, η παρατεταμένη ανομβρία, αλλά και η παντελής έλλειψη οργανωμένης παρέμβασης από την πολιτεία στην καστανοκαλλιέργεια αποτελούν τις κύριες αιτίες αυτής της καταστροφής», εξηγούν οι αγρότες.

Μονοκαλλιέργεια η καστανιά για τους περισσότερους

Στο Πάρνωνα και την ευρύτερη περιοχή, υπάρχουν μεγάλες εκτάσεις με παραγωγικές καστανιές τόσο στην περιοχή της Αρκαδίας όσο και στην περιοχή της Λακωνίας. Η συνολική έκταση του καστανοδάσους ξεπερνά τα 21.000 στρέμματα.

Ο δήμος Βόρειας Κυνουρίας έχει το μεγαλύτερο κομμάτι αλλά σημαντικές εκτάσεις με ανάλογη παραγωγή υπάρχουν στην Τ.Κ. Κοσμά του Δήμου Ν. Κυνουρίας αλλά και σε Τοπικές Κοινότητες των Δήμων Σπάρτης και Τρίπολης όπως είναι καταγεγραμμένα στον επισυναπτόμενο σχετικό πίνακα.

Οι οικογένειες που ασχολούνται με την καστανοκαλλιέργεια ξεπερνούν τις 850 και το πιο χαρακτηριστικό στοιχείο είναι ότι για τις περισσότερες η καστανιά είναι μονοκαλλιέργεια και άρα ο σημαντικότερος οικονομικός πόρος για επιβίωση.

Ήδη με τις διάφορες ασθένειες που ξεκίνησαν το 1995 και συνεχίζονται μέχρι σήμερα έχει καταστραφεί το 40% της συνολικής παραγωγικής έκτασης. Πέρυσι η παραγωγή κυμάνθηκε κάτω από το 20% της μέσης ετήσιας παραγωγής που ανέρχεται στους 2.800 τόνους. 

Η μάχη με τους …εχθρούς

Οι καστανοπαραγωγοί ζητούν την άμεση επέμβαση της πολιτείας για οικονομική αποζημίωση όλων των παραγωγών: «Δεν μπορούμε να αντέξουμε άλλο μια και για τα χωριά μας η παραγωγή κάστανου είναι μονοκαλιέργεια. Η κλιματολογική αλλαγή καταγράφει στην περιοχή μας το καταστροφικό της έργο. Εκπέμπουμε S.O.S», τονίζουν.

Καταγράφοντας τα σοβαρά προβλήματα της καλλιέργειας την τελευταία 25ετία αναφέρουν την απειλή από την ασθένεια του έλκους της καστανιάς, την εμφάνιση της σφήκας της καστανιας, η μελάνωση κλπ διαδοχικές ασθένειες. Ασθένειες, που προκάλεσαν την μείωση της ετήσιας παραγωγής των καστάνων από 3.000 τόνους την δεκαετία του 1970 στους 1.000 με 1.200 τόνους.

«Με δεδομένο ότι ο χώρα μας όχι μόνο δεν εξάγει κάστανα αλλά αντίθετα αναγκάζεται να εισάγει σημαντικές ποσότητες, από την Τουρκία, την Κίνα, την Πορτογαλία κ.ά. αλλά και τυποποιημένα από την Γαλλία και την Ιταλία, είναι αναγκαίο να παρθούν άμεσα σημαντικές και ολοκληρωμένες  αποφάσεις για την ανάπτυξη και επέκταση της καστανοκαλλιέργειας. με στόχο τον διπλασιασμό της παραγωγής στο τέλος επόμενη δεκαετίας, όπως έγινε οργανωμένα από την Πορτογαλία κ.α. πριν 30 περίπου χρόνια», επισημαίνουν οι παραγωγοί, τονίζοντας ότι επιβάλλεται άμεσα μια ολοκληρωμένη παρέμβαση για την διάσωση αρχικά της καστανοκαλλιέργειας και λήψη πολιτικής απόφασης για την ένταξη στο νέο ΕΣΠΑ ενός  ολοκληρωμένου πιλοτικού προγράμματος αναδιάρθρωσης της για το Πάρνωνα και την ευρύτερη περιοχή.

Πηγη in.gr

Ρεκόρ παραγωγής για την Καλαμών – Κινδυνεύει όμως να μείνει στα δέντρα

0


 

Ποια είναι τα δεδομένα της τρέχουσας ελαιοκομικής περιόδου (2022/23)

Τον κίνδυνο μέρος της ηρτημένης σοδειάς επιτραπέζιας ελιάς τελικά να παραμείνει ασυγκόμιστη στα δέντρα λόγω της έλλειψης εργατικών χεριών επαναλαμβάνει η Εθνική Διεπαγγελματική Οργάνωση Επιτραπέζιας Ελιάς (ΔΟΕΠΕΛ), εκτιμώντας ωστόσο ότι η φετινή παραγωγή θα καλύψει τόσο τις εξαγωγικές όσο και τις εγχώριες ανάγκες της χώρας.

Μάλιστα, με στόχο την καταγραφή της κατάστασης της τρέχουσας ελαιοκομικής περιόδου, πραγματοποιήθηκε προγραμματισμένη τηλεδιάσκεψη των μελών της Εθνικής ΔΟΕΠΕΛ για την ανασκόπηση της υφιστάμενης κατάστασης της αγοράς της ποικιλίας Καλαμών και των φυσικών μαύρων ελιών της ποικιλίας Κονσερβολιά. Στη συζήτηση συμμετείχαν εκπρόσωποι από τις ελαιοπαραγωγικές Π.Ε. της Αιτωλοακαρνανίας, Λακωνίας, Φθιώτιδας και Αρκαδίας, η παραγωγή των οποίων ξεπερνά το 90% της παραγωγής της χώρας των ως άνω ποικιλιών, ως επίσης και εκπρόσωποι του δευτερογενούς και τριτογενούς τομέα του κλάδου.

Ρεκόρ παραγωγής της Καλαμών

Η συγκομιδή έχει ξεκινήσει, όμως εκτιμάται ότι ποσότητα της ηρτημένης παραγωγής δεν θα συγκομιστεί, θα παραμείνει στα ελαιόδεντρα λόγω του «διαχρονικά» άλυτου προβλήματος της έλλειψης εργατών γης. 

Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις, η ηρτημένη εσοδεία της ποικιλίας Καλαμών κυμαίνεται στους 130.000-140.000 τόνους, ρεκόρ παραγωγής, με μέσο «στήσιμο» τους 240-280 καρπούς ανά κιλό. Η ποιότητα του προϊόντος είναι εξαιρετική όσον αφορά στον χρωματισμό, στην υφή και στην απουσία προσβολών από ασθένειες και εχθρούς.

Μειονέκτημα αποτελεί το γεγονός ότι, σημαντικό μέρος της παραγωγής είναι μικρού μεγέθους, μη εμπορεύσιμου για επιτραπέζια χρήση εξαιτίας της υπερπαραγωγής, βοηθούσης και της ξηρασίας η οποία επικράτησε τους τελευταίους μήνες.

Τις μη εμπορεύσιμες κατηγορίες μεγέθους του ελαιόκαρπου (38Ο+ καρποί ανά κιλό), όπως τονίζει η Εθνική ΔΟΕΠΕΛ, οι παραγωγοί δεν πρέπει να τις αποθηκεύσουν, αλλά να τις οδηγήσουν στην ελαιοποίηση για παραγωγή ελαιολάδου, η τιμή του οποίου είναι υψηλότερη από προηγούμενες ελαιοκομικές περιόδους.

Η Κονσερβολιά

Όσον αφορά στις φυσικές μαύρες ελιές της ποικιλίας Κονσερβολιά εκτιμάται ότι, η ηρτημένη εσοδεία μετά την συλλογή του πράσινου ελαιόκαρπου, κυμαίνεται στους 40.000 τόνους, με μέσο «στήσιμο 160 καρπούς ανά κιλό. Εκτιμάται ότι, το 60% της ηρτημένης εσοδείας θα οδηγηθεί στην επιτραπέζια χρήση και το υπόλοιπο στην ελαιοποίηση για παραγωγή ελαιολάδου. 

Πάντως η Εθνική ΔΟΕΠΕΛ θεωρεί «ύποπτα τα δημοσιεύματα που βάλουν εναντίον της απόφασης Γεωργαντά ως αιτία για την ελαιοποίηση των μη εμπορεύσιμων μεγεθών του ελαιόκαρπου της ποικιλίας Καλαμών», εκτιμώντας ότι η φετινή παραγωγή θα καλύψει τις εξαγωγικές και άλλες ανάγκες της χώρας, ενώ η απόφαση Γεωργαντά, την οποία «στηρίζει ανεπιφύλακτα η Εθνική ΔΟΕΠΕΛ, έχει θωρακίσει και εξασφαλίσει τις ελληνικές εξαγωγές της ποικιλίας Καλαμών και τελικά την ζήτηση του προϊόντος από τα «χέρια» των ελαιοπαραγωγών».

Πηγή www.in.gr