Αρχική Blog Σελίδα 727

Ποια ποικιλία ελιάς να διαλέξω;

0

 

Ένα βασικό ερώτημα για κάθε νέο ελαιοκαλλιεργητή (αλλά και για κάθε έμπειρο ελαιοκαλλιεργητή που θέλει να οργανώσει ένα νέο ελαιώνα) είναι τι ποικιλία ελιάς να επιλέξει. Έχουν ειπωθεί πάρα πολλά για το συγκεκριμένο θέμα, το οποίο ακόμα και στις μέρες μας αποτελεί συχνό αντικείμενο συζήτησης μεταξύ ελαιοπαραγωγών και γεωπόνων. 

Στη χώρα μας υπάρχουν πάνω από 43 διαφορετικές ποικιλίες ελιάς. Ένα μεγάλο πρόβλημα αρχικά είναι η ονοματολογία, καθώς για μία συγκεκριμένη (ταυτοποιημένη) ποικιλία υπάρχουν συνήθως δύο κύριες και τέσσερις με πέντε δευτερεύουσες ονομασίες, κάποιες εκ των οποίων μοιάζουν πολύ με άλλες, με αποτέλεσμα συχνά να υπάρχει σύγχυση ως προς το ποια ποικιλία ελιάς καλλιεργεί κάποιος, και συνεπώς τι ποικιλίας προϊόντα (βρώσιμες ελιές και ελαιόλαδο) διαθέτει στην αγορά. 

Υπάρχουν δύο βασικά στοιχεία που καλείται να εξετάσει ένας καλλιεργητής πριν αποφασίσει για το ποια ποικιλία ελιάς θα φυτέψει. Το πρώτο είναι φυσικά η τοποθεσία του ελαιώνα. Με αυτό εννοούμε την περιοχή της Ελλάδας στην οποία βρίσκεται ο ελαιώνας γενικά αλλά και το μικροκλίμα που διαμορφώνεται εντός του ελαιώνα κατά τη διάρκεια του έτους. Είναι αυτονόητο ότι μια ποικιλία μπορεί να ακούγεται ότι αποδίδει εξαιρετικά σε ένα νομό γενικά, αλλά στην πραγματικότητα αποδίδει μόνο σε ελαιώνες με συγκεκριμένο μικροκλίμα. Τρανό παράδειγμα αποτελεί η βασίλισσα των ελαιοπαραγωγικών ποικιλιών “Κορωνέϊκη”. Η ποικιλία αυτή π.χ. στη Λακωνία δίνει εξαιρετικές αποδόσεις σε ποιοτικό ελαιόλαδο, αλλά μόνο σε περιοχές χωρίς προβλήματα παγετού. Από ένα υψόμετρο και πάνω στη Λακωνία, δε συνίσταται η χρήση της ποικιλίας αυτής λόγω έντονης ευαισθησίας στον παγετό, και στη θέση της οι ελαιοκαλλιεργητές προτιμούν άλλες ποικιλίες. 

Το δεύτερο στοιχείο που πρέπει να λάβει υπόψη του ο ελαιοκαλλιεργητής πριν αποφασίσει για την ποικιλία είναι το είδος του προϊόντος που θέλει να παράξει. Υπάρχουν ποικιλίες κατάλληλες για ελαιόλαδο, οι λεγόμενες ελαιοπαραγωγικές ποικιλίες. Από την άλλη, υπάρχουν οι λεγόμενες επιτραπέζιες ποικιλίες που χρησιμοποιούνται κατ εξοχήν για παραγωγή βρώσιμων ελιών. Τέλος, υπάρχουν μεικτές ποικιλίες, δηλαδή ποικιλίες που αποδίδουν ικανοποιητικά και στα δύο προϊόντα. Έτσι, ο ελαιοκαλλιεργητής είναι ελεύθερος να αποφασίσει με τη συγκομιδή για το αν θα οδηγήσει τις ελιές στο ελαιοτριβείο για να παράξει ελαιόλαδο, ή θα επεξεργαστεί τις ελιές έτσι ώστε να τις διαθέσει ως βρώσιμες. Είναι αυτονόητο ότι πρέπει να προηγηθεί έρευνα αγοράς προκειμένου ο ελαιοκαλλιεργητής να καταλήξει σε αυτό το ερώτημα, καθώς μία ενδεχόμενη αλλαγή κατεύθυνσης εκ των υστέρων συχνά έχει ολέθρια αποτελέσματα. Ένα παράδειγμα που όλοι μας έχουμε σίγουρα συναντήσει είναι έναν καλλιεργητή ελιάς ποικιλίας Καλαμών (κατ εξοχήν βρώσιμες ελιές), που αντιλαμβάνεται σε κάποιο σημείο ότι δε μπορεί να διαθέσει στην αγορά τις ελιές του λόγω υπερπροσφοράς ή χαμηλής τιμής, και αρχίζει να ερευνά το ενδεχόμενο να κατευθύνει την παραγωγή του προς ελαιοποίηση. Θα βρεθεί σίγουρα χαμένος σε αυτήν την περίπτωση. Τέλος, είναι αυτονόητο ότι αν η βασική μας ποικιλία έχει προβλήματα αυτεπικονίασης, τότε χρειαζόμαστε και άλλη ποικιλία στον ελαιώνα, προκειμένου να επιτευχθεί η σταυρεπικονίαση. Στις περισσότερες περιπτώσεις, η επικονιάστρια ποικιλία είναι η Κορωνέϊκη.  

Οι κυριότερες ελαιοπαραγωγικές ποικιλίες 

  1. Κορωνέϊκη. Είναι μακράν η πιο δημοφιλής ελαιοπαραγωγική ποικιλία στη χώρα μας. Πρόκειται για μια μικρόκαρπη ποικιλία που δίνει μεγάλη ποσότητα ελαιολάδου, καλής ποιότητας, και σχετικά νωρίς στον κύκλο ζωής του δέντρου, αρκεί όπως αναφέρθηκε και προηγουμένως να βρει τις κατάλληλες συνθήκες και όχι παγετό. Είναι ποικιλία ανθεκτική στην ξηρασία και τους έντονους ανέμους αλλά ευαίσθητη στο δάκο. Είναι αυτογόνιμη ποικιλία που λειτουργεί ως επικονιάστρια σε πλήθος άλλων ποικιλιών. Καλλιεργείται σε χαμηλά υψόμετρα σε όλη την περιοχή από την Φθιώτιδα έως την Κρήτη. Οι προσπάθειες να καλλιεργηθεί βορειότερα συχνά αποτυγχάνουν, λόγω της ευαισθησίας του δέντρου στον παγετό. Χαρακτηριστικό είναι το πρόσφατο παράδειγμα μιας ομάδας ελαιοκαλλιεργητών να φυτέψουν ελιές της ποικιλίας αυτής στην περιοχή των Τρικάλων. Τα πρώτα δείγματα ήταν θετικά, καθώς όντως τα δέντρα ήταν ζωηρά και μπήκαν αρκετά νωρίς σε καρποφορία. Όμως, στη συνέχεια ένας έντονος παγετός έπληξε τα δέντρα, με αποτέλεσμα να αναπτυχθούν έντονα καρκινώματα στον κορμό και να σταματήσει σχεδόν τελείως η περαιτέρω ανάπτυξή τους. 
  2. Τσουνάτη ή Μαστοειδής. Στο παράδειγμα της Λακωνίας που αναφέρθηκε προηγουμένως, σε περιοχές όπου δε μπορεί λόγω ψύχους να καλλιεργηθεί Κορωνέϊκη, συνήθως φυτεύεται η ποικιλία Τσουνάτη ή μία άλλη ποικιλία που λέγεται Μουρτολιά. Η Τσουνάτη είναι μικρόκαρπη ποικιλία ελιάς που δίνει μέτρια ποσότητα ενός εξαιρετικής ποιότητας ελαιολάδου. Καλλιεργείται στην Πελοπόννησο (Λακωνία και Μεσσηνία), αλλά κυρίως στην Κρήτη. Μπορούμε να τη συναντήσουμε ακόμα και σε υψόμετρο 900 μέτρων. Είναι ανθεκτική σε χαμηλές θερμοκρασίες αλλά ευαίσθητη στον δάκο. Παρενιαυτοφορεί πολύ έντονα. Είναι ιδανική για αγουρέλαιο. 
  3. Κοθρέϊκη ή Μανάκι. Είναι μεσόκαρπη ποικιλία ανθεκτική στο ψύχος και τους έντονους ανέμους, και τη συναντάμε συχνά σε μεγάλα υψόμετρα, πολλές φορές άνω των 700 μέτρων. Κάποιοι την κατατάσσουν στις ποικιλίες διπλής χρήσης, καθώς μπορεί να δώσει και βρώσιμες ελιές με σημαντική εμπορική αξία. 
  4. Λιανολιά Κέρκυρας. Πρόκειται για μικρόκαρπη ποικιλία που δίνει μέτρια ποσότητα ελαιολάδου πολύ καλής ποιότητας. Το δέντρο γίνεται πολύ ψηλό, φτάνοντας ακόμα και τα δεκαπέντε μέτρα. Καλλιεργείται σχεδόν σε όλα τα νησιά του Ιονίου αλλά και την Ήπειρο. Είναι περισσότερο ανθεκτική στο ψύχος από την Κορωνέϊκη, αλλά έχει απαιτήσεις σε εδαφική υγρασία. 
  5. Αδραμυτινή ή Μυτιλινιά. Πρόκειται για μεσόκαρπη ποικιλία που δίνει μέτρια ποσότητα από ένα ελαιόλαδο εξαιρετικής όμως ποιότητας. Το αυθεντικό ελαιόλαδο της Μυτιλήνης όπως γνωρίζουμε όλοι είναι ξανθό, ελαφρύ και αρωματικό. Το δέντρο φτάνει τα 8 μέτρα και η ποικιλία καλλιεργείται στη Μυτιλήνη και τη Χίο. 

Οι κυριότερες ποικιλίες για βρώσιμες ελιές 

  1. Καλαμών. Είναι παγκοσμίως γνωστή ποικιλία που δίνει μεγάλες μαύρες βρώσιμες ελιές. Το δέντρο έχει ιδιαίτερες απαιτήσεις σε pH, καθώς αυτό πρέπει να κρατηθεί στο 7 για καλύτερα αποτελέσματα. Είναι ποικιλία απαιτητική σε εδαφική υγρασία, παρόλα αυτά καλλιεργείται πολλές φορές ακόμα και στην Πελοπόννησο ως ξερική. Οι υποψήφιοι καλλιεργητές πρέπει να έχουν υπόψη τους ότι οι τιμές στις ελιές Καλαμών καθορίζονται από το μέγεθος του κάθε καρπού, και όχι γενικά με το βάρος όλου του φορτίου. Όσο πιο μεγάλες είναι οι ελιές, τόσο καλύτερη τιμή θα πάρουμε. Για παράδειγμα, αν για μεγάλες ελιές Καλαμών (μέσο βάρος 7,1 γραμμάρια – 140 καρποί σε ένα κιλό) πάρουμε 2,40 ευρώ ανά κιλό, για τις μικρότερες (μέσο βάρος 4 γραμμάρια – 250 καρποί σε ένα κιλό) μπορεί να πάρουμε τιμή μόλις 1,30 ευρώ το κιλό. Για το λόγο αυτό, συχνά οι καλλιεργητές χρησιμοποιούν μεγάλης ποσότητας άρδευση και διαφυλλική λίπανση προκειμένου να φτάσουν σε μεγάλου βάρους καρπό. Αυτό όμως συχνά αποβαίνει εις βάρος της ποιότητας. Η ποικιλία αυτή καλλιεργείται ευρέως στην Πελοπόννησο, στην Κρήτη και την Αιτωλοακαρνανία. 
  2. Αμφίσσης ή Κονσερβολιά. Πρόκειται για μεγαλόκαρπη ποικιλία ελιάς που μπορεί να φτάσει και τα 10 γραμμάρια. Δίνει πολύ καλής ποιότητας μαύρες και πράσινες ελιές, αλλά μπορεί να δώσει δευτερευόντως και καλής ποιότητας ελαιόλαδο. Όπως προδίδει και η λέξη “Αμφίσσης”, καλλιεργείται στην Κεντρική Ελλάδα, αλλά θα τη συναντήσουμε επίσης στην Αιτωλοακαρνανία, την Ήπειρο και λιγότερο στη Χαλκιδική.

Οι κυριότερες μεικτές ποικιλίες 

  1. Μεγάρων. Μεσόκαρπη ποικιλία που καλλιεργείται στην Πελοπόννησο και την Κεντρική Ελλάδα. Είναι ανθεκτική στο ψύχος, αλλά ευαίσθητη στο δάκο. Συχνά καλλιεργείται ως ξερική. Δίνει άριστες ελιές τσακιστές, κονσερβών, αλλά και ελαιόλαδο. 
  2. Χαλκιδικής. Μεγαλόκαρπη ποικιλία ελιάς που καλλιεργείται στη Μακεδονία. Το βάρος του καρπού μπορεί να φτάσει τα 13 γραμμάρια. Έχει έντονες απαιτήσεις σε ψύχος, προκειμένου να ανθίσει. Δίνει πράσινες και μαύρες ελιές κονσερβών, και δευτερευόντως μπορεί να δώσει καλής ποιότητας ελαιόλαδο. 
  3. Θρουμπολιά ή Θασίτικη. Πρόκειται για ποικιλία που ευδοκιμεί στα νησιά του Αιγαίου (Θάσος, Σάμος, Κρήτη, Ρόδος και άλλα) και δίνει βρώσιμες ελιές μεγάλου μεγέθους. Εναλλακτικά, δίνει ικανοποιητική ποσότητα ενός ποιοτικού ελαιολάδου. Το δέντρο είναι ορθόκλαδο και φτάνει τα δέκα μέτρα σε ύψος. Είναι ιδανική για φύτευση σε μεγάλο υψόμετρο.

Έχοντας κατανοήσει το πλαίσιο αυτό, ο κάθε καλλιεργητής οφείλει στη συνέχεια να κάνει μια έρευνα στην περιοχή του σχετικά με ποικιλίες που αποδίδουν καλά, αλλά και ποικιλίες που ενδεχομένως να υποφέρουν συχνά από κάποιον τοπικό παράγοντα (π.χ. συχνοί ανοιξιάτικοι παγετοί). Μετά από συζήτηση με τον τοπικό γεωπόνο, θα είναι σε θέση να καταλήξει τελικά στην ποικιλία ή ποικιλίες που θα του εξασφαλίσουν μια καλή παραγωγή τα επόμενα χρόνια. Είναι αυτονόητο ότι κάποιος έχει νόημα να ξεφύγει από την πεπατημένη που έχουν πάρει οι υπόλοιποι καλλιεργητές στην περιοχή του μόνο εφόσον υπάρχουν όλα εκείνα τα επιστημονικά στοιχεία που τεκμηριώνουν μια παραγωγή καλύτερη από τις δημοφιλείς ποικιλίες στην περιοχή αυτή. Τέλος, υπάρχει μια μικρή μερίδα ελαιοκαλλιεργητών που τα τελευταία χρόνια έχει στραφεί σε ξένες ποικιλίες, όπως π.χ. η Arbequina που χρησιμοποιείται σε πάρα πολύ πυκνές φυτεύσεις. Εδώ οι απόψεις διαφέρουν, και κανείς δεν μπορεί να γνωρίζει αν αυτοί οι καλλιεργητές θα είναι μακροπρόθεσμα κερδισμένοι που επέλεξαν ξενόφερτες ποικιλίες με ένα ξένο για τα ελληνικά δεδομένα τρόπο φύτευσης. Το μόνο σίγουρο είναι οι ελληνικές ποικιλίες είναι παγκοσμίου φήμης (π.χ. η Κορωνέϊκη φυτεύεται με μεγάλη συχνότητα σε Ισπανία και Πορτογαλία), και συνεπώς πρέπει υπάρξει πολύ μελέτη και έρευνα πριν προχωρήσει κάποιος σε κάποια ξένη ποικιλία. 

Πηγή – wikifarmer.com

Kόβει ρυθμό η αγορά ελαιολάδου,κλείνει ο τρέχων κύκλος άνοδος ,


Τα πρώτα σηµάδια κόπωσης είναι ήδη εµφανή στην εγχώρια αγορά ελαιολάδου, µε τη ροή των εµπορικών πράξεων να περιορίζεται, σε ένα διεθνές περιβάλλον που από τη µία θέλει τις τιµές στην Ισπανία να πιέζονται και από την άλλη την ιταλική βιοµηχανία να επικαλείται για την ώρα γεµάτες δεξαµενές, χωρίς όµως να µεταβάλλονται οι τιµές στη γειτονική χώρα.

Αρχίζει και ανακόπτει ρυθμό η αγορά ελαιολάδου, κλείνει ο τρέχων κύκλος ανόδου

Καθώς η αγορά ελαιολάδου αρχίζει και ανακόπτει τους εµπορικούς ρυθµούς, φαίνεται πως τα υψηλά για τη περίοδο που διανύεται έχουν ήδη σχηµατιστεί και αντοχές για κάτι καλύτερο προς το παρόν δεν υπάρχουν. Το επόµενο σήµα στην αγορά θα κάποια πιθανή ανασύνταξη υπέρ της ανόδου θα έρθουν από τις ενδείξεις ανθοφορίας την προσεχή άνοιξη αλλά και από τις αντοχές της κατανάλωσης να αφοµοιώσει τις τιµές που έχουν ήδη διαµορφωθεί. Ζητούµενο λοιπόν τώρα, είναι να δείξει η τιµή παραγωγού αντοχές στην πίεση που διαφαίνεται στον ορίζοντα.

Ήδη οι τιµές σε Κρήτη και Μεσσηνία έχουν υποχωρήσει λίγο κάτω από την περιοχή των 4,85 ευρώ για τον βασικό όγκο που εµπορεύεται αυτήν την περίοδο, ενώ στα παραγωγικά κέντρα της Λακωνίας, όπου παραµένουν τα 5,30 ευρώ το κιλό, η ζήτηση περιορίζεται. Στα βιολογικά ελαιόλαδα ωστόσο, τα οποία αποτελούν μια παράλληλη υπό αγορά που λειτουργεί σε αρκετές περιπτώσεις με τους δικούς της όρους προσφοράς και ζήτησης, σημειώθηκε τις προηγούμενες ημέρες μια νέα ανοδική πράξη που τοποθέτησε την τιμή στα 5,80 ευρώ το κιλό, μια ανάσα δηλαδή από τα 6 ευρώ. Πρόκειται για μια ποσότητα 30 τόνων ελαιολάδου του Συνεταιρισμού Παλαιοπαναγιάς Λακωνίας. Πριν από δύο εβδομάδες, ο Συνεταιρισμός Ξηροκαμπίου στη Λακωνία είχε κλείσει εμπορική συμφωνία για 27 τόνους ελαιολάδου με την Agrovim στην τιμή των 5,61 ευρώ το κιλό. 

Στη δεδοµένη συγκυρία, λίγοι αγοραστές είναι διατεθειµένοι να βάλουν στην αποθήκη τους ακριβά αγορασµένο προϊόν χωρίς να έχουν ενδείξεις για το πού βαδίζει η αγορά. Ενδεικτικά αναφέρεται ότι ένα βυτίο (28 τόνοι) στοιχίζει σχεδόν 149.000 ευρώ έναντι 98.000 ευρώ στα υψηλά της αγοράς πέρυσι, κάτι που σηµαίνει ότι το ρίσκο είναι µεγάλο, ειδικά σε µια περίοδο που το χρήµα ακριβαίνει και η ρευστότητα περιορίζεται. Υπό αυτή την έννοια, φαίνεται πως η αγορά έχει σχηµατίσει τις κορυφές της, τουλάχιστον για τον υφιστάµενο εµπορικό κύκλο.

Η Agrenda και το Ελαίας Καρπός µε συνεχόµενα ρεπορτάζ γύρω από τις τάσεις και τη δυναµική στην εγχώρια και ευρωπαϊκή αγορά ελαιολάδου, είχαν τοποθετήσει το δεύτερο µισό του Ιανουαρίου ως την ιδανικότερη στιγµή για πωλήσεις από πλευρά παραγωγών και οι εξελίξεις έρχονται να επιβεβαιώσουν εκ των υστέρων την εκτίµηση αυτή. Σημειώνεται πάντως, ότι σε καμία περίπτωση οι ενδείξεις της αγοράς δεν υπαγορεύουν κάποια κατάρρευση των τιμών, αφού φαίνεται πως η ζήτηση περιμένει και μια ενδεχόμενη διόρθωση θα υπερτόνιζε τις υφιστάμενες ελλείψεις με αποτέλεσμα οι τιμές να κινηθούν ξανά με έντονα ανοδικό ρυθμό. Σε πρόσφατο ρεπορτάζ της Agrenda που φιλοξενούσε δηλώσεις του αγροοικονομολόγου αναλυτή Χουαν Βιλάρ, αναφερόταν πως το φετινό έλλειμα της παραγωγής θα δώσει τον τόνο και στην επόμενη σεζόν ακόμα και αν η προσφορά επανέλθει σε φυσιολογικά επίπεδα. 

Με την παγκόσμια κατανάλωση στους 3,25 εκατ. τόνους, η φετινή παγκόσμια παραγωγή των 2,5 εκατ. τόνων μαζί με τα περσινά αποθέματα, μπορεί μετά βίας να διαμορφώσει μια προσφορά των 3,1 εκατ. τόνων. Αυτό σημαίνει ένα έλλειμμα 150.000 τόνων το οποίο μεταφέρεται και στην επόμενη σεζόν, κάτι που λειτουργεί υποστηρικτικά ως προς τις τιμές, ειδικά στην περίπτωση της Ελλάδας, που όπως εκτιμούν αρκετοί παραγωγοί, τα δέντρα του χρόνου δεν θα είναι τόσο φορτωμένα. 

Πιέζεται η τιµή στην Ισπανία

Την περασµένη εβδοµάδα, η µέση τιµή ελαιολάδου στην Ισπανία έγραψε τα 5,20 ευρώ, έναντι των υψηλών 5,55 ευρώ στις αρχές του έτους. Μια απώλεια άνω των 30 λεπτών εντός λίγων εβδοµάδων σε µια αγορά που παραδοσιακά κινείται µε πιο αργούς ρυθµούς, είναι ενδεικτική της αντιστροφής της τάσης, αλλά και της έντονης µεταβλητότητας.

Πηγή www.agronews.gr 

Γιατί ένα δέντρο δεν κάνει φρούτα;

0

 

Ένα συνηθισμένο πρόβλημα που έχουμε συναντήσει όσοι καλλιεργούμε κηπευτικά και καρποφόρα δέντρα είναι περιπτώσεις που τα φυτά δεν κάνουν καρπούς. Είναι η στιγμή που αναρωτιόμαστε τι φταίει και τα φυτά μας δεν μπαίνουν σε καρποφορία και τι πρέπει να κάνουμε για να το διορθώσουμε. 

Υπάρχουν πολλές αιτίες που οι ντοματιές μας, οι αγγουριές, οι κολοκυθιές και οι φραουλιές δε δίνουν καρπούς. Γιατί άραγε η βερικοκιά, η λεμονιά, η πορτοκαλιά, οι ελιές και το αμπέλι παρουσιάζουν μειωμένη καρπόδεση και κάνουν πολύ λίγους ή καθόλου καρπούς; 

Το στάδιο της καρποφορίας είναι άμεσα συνδεδεμένο με την ανθοφορία ενός φυτού και ακολουθείται από την καρπόδεση, δηλαδή το ”δέσιμο” του άνθους σε καρπό. 

Ορισμένες φορές παρατηρούμε τα φυτά να μη σχηματίζουν λουλούδια, σε κάποιες άλλες τα άνθη να πέφτουν και να μην γίνονται καρποί, ενώ σε άλλες περιπτώσεις οι μικροί καρποί να πέφτουν από τα λαχανικά και τα καρποφόρα δέντρα πριν προλάβουν να ωριμάσουν. 

Στο σημερινό άρθρο, θα δούμε τις βασικές αιτίες που δε δίνει καρπούς ένα φυτό, καθώς και χρήσιμες συμβουλές για να το βοηθήσουμε να μπει σε παραγωγή και να μας δώσει πλούσια καρποφορία. 

Ποιες είναι οι αιτίες που τα φυτά δεν κάνουν καρπούς και τρόποι αντιμετώπισης 

Υπάρχουν πολλοί λόγοι που τα φυτά μας δεν κάνουν φρούτα και δεν δίνουν καρπούς. Οι αιτίες συνδέονται τόσο με τις καλλιεργητικές φροντίδες όπως το πότισμα, τη λίπανση και το κλάδεμα αλλά και με την ηλικία των φυτών, τις καιρικές συνθήκες και τα προβλήματα επικονίασης που εμφανίζονται. 

1. Nεαρή ηλικία φυτών 

Σε αρκετά καρποφόρα δέντρα, όπως στην καλλιέργεια της καστανιάς, στην καλλιέργεια της καρυδιάς, στην καλλιέργεια της φουντουκιάς και στην καλλιέργεια της φιστικιάς το ξεκίνημα της καρποφορίας καθυστερεί κάποια χρόνια. Για παράδειγμα, η φιστικιά ξεκινά να δίνει καρπούς μετά τον 6ο χρόνο από την φύτευση και δίνει πλήρη παραγωγή μετά τον 10ο χρόνο. 

Επίσης, σε κάποια λαχανικά όπως στην καλλιέργεια αγκινάρας και στην καλλιέργεια φράουλας, η πρώτη χρονιά μετά την φύτευση είναι φτωχή σε παραγωγή καρπών σε σχέση με την δεύτερη και την τρίτη χρονιά που είναι πιο πλούσια σε συγκομιδή.

2. Προβλήματα επικονίασης 

Πολλές φορές παρατηρούνται στα φυτά προβλήματα επικονίασης με αποτέλεσμα να μην έχουμε επιτυχή γονιμοποίηση των λουλουδιών και σχηματισμό καρπών. Αυτό μπορεί να οφείλεται σε πολλούς λόγους. Για παράδειγμα, στην καλλιέργεια του ακτινιδίου, στην καλλιέργεια της φιστικιάς και στην καλλιέργεια της χουρμαδιάς χρειάζεται να φυτέψουμε και αρσενικά και θηλυκά δέντρα για να εξασφαλίσουμε παραγωγή καρπών.

Επίσης, σε κάποιες περιπτώσεις, όπως στην καλλιέργεια της φιστικιάς, τα αρσενικά άνθη ωριμάζουν πιο πρώτα από τα θηλυκά άνθη με αποτέλεσμα να πρέπει να γίνεται τεχνητή επικονίαση της φιστικιάς με το χέρι συλλέγοντας πρώτα τη γύρη από τα αρσενικά άνθη, να τη διατηρήσουμε σε ψυγείο και στη συνέχεια να τη σκορπίσουμε πάνω από τα θηλυκά άνθη. 

Σε αρκετές καλλιέργειες καρποφόρων δέντρων, όπως στην καλλιέργεια της κερασιάς, στην καλλιέργεια της αμυγδαλιάς, στην καλλιέργεια του αβοκάντο χρειάζεται να φυτέψουμε παραπάνω από μία ποικιλίες για να έχουμε γονιμοποίηση μεταξύ των λουλουδιών των διαφορετικών ποικιλιών και να εξασφαλίσουμε υψηλά ποσοστά καρπόδεσης. 

Προβλήματα επικονίασης παρατηρούνται στην καλλιέργεια λαχανικών στα θερμοκήπια, λόγω περιορισμένης δράσης των μελισσών, και για αυτό γίνεται εισαγωγή βομβίνων για να βοηθήσουν στην επικονίαση και στο δέσιμο των καρπών.

3. Έλλειψη θρεπτικών στοιχείων 

Αρκετές φορές τα φυτά μας δεν διαθέτουν τα βασικά θρεπτικά στοιχεία λίπανσης όπως το άζωτο, τον φώσφορο και το κάλιο και αυτό έχει σαν συνέπεια τη μειωμένη καρποφορία τους. Επίσης, εκτός από τα βασικά στοιχεία υπάρχουν και κάποια ιχνοστοιχεία όπως ο ψευδάργυρος και το βόριο που συντελούν αποφασιστικά στην πλούσια ανθοφορία και την επιτυχημένη καρπόδεση. 

4. Ακατάλληλο πότισμα 

Σε συνθήκες υπερβολικής υγρασίας αλλά και ξηρασίας τα φυτά δεν σχηματίζουν ή ρίχνουν τα λουλούδια τους και έχουμε μειωμένη καρπόδεση. Κατά την περίοδο ανθοφορίας και καρπόδεσης τα φυτά θέλουν επάρκεια νερού αλλά σε κάθε περίπτωση θα πρέπει να αποφεύγουμε το υπερβολικό πότισμα. Σε κάποιες περιπτώσεις, όπως στην καλλιέργεια της λεμονιάς, μειώνουμε το πότισμα και προκαλούμε στρεσάρισμα στα φυτά για να το βοηθήσουμε να σχηματίσει λουλούδια και να δέσει καρπούς.

 5. Δυσμενείς καιρικές συνθήκες 

Χαμηλές θερμοκρασίες: Αρκετές καλλιέργειες λαχανικών και καρποφόρων δέντρων φυτά μπορεί να μην ανθίσουν και να δέσουν καρπούς λόγω πολύ χαμηλών θερμοκρασιών κατά την περίοδο της ανθοφορίας και της καρπόδεσης. 

Δυνατοί άνεμοι: Οι πολύ έντονοι άνεμοι μπορεί να έχουν αρνητική επίδραση στην ανθοφορία και να καταστρέψουν τα λουλούδια φυτών και δέντρων. Μπορούν να ρίξουν τα άνθη ή τους μικρούς καρπούς των φυτών με αποτέλεσμα να έχουμε μειωμένη παραγωγή. 

Μειωμένη ηλιοφάνεια: Όταν τα φυτά δεν δέχονται τον απαιτούμενο ήλιο για να φωτοσυνθέσουν, δεν σχηματίζουν αρκετά λουλούδια ή παρουσιάζουν προβλήματα στην καρπόδεση. Σε σκιερό περιβάλλον, τα φυτά αναπτύσσουν συνήθως πιο καχεκτική βλάστηση και εμφανίζουν μειωμένη ανθοφορία και παραγωγή καρπών. 

Έντονη ζέστη και ηλιοφάνεια: Βέβαια, σε αρκετές περιπτώσεις καλλιέργειας λαχανικών, κατά την περίοδο του καλοκαιριού, τα φυτά παρουσιάζουν μειωμένη παραγωγή λόγω υψηλής ηλιοφάνειας και έντονης ζέστης. Οι υψηλές θερμοκρασίες και οι έντονες ηλιακές ακτίνες προκαλούν κάψιμο των ανθέων και αποτυχία στο στο δέσιμο των καρπών. Σε αυτές τις περιπτώσεις, μία καλή λύση είναι η δημιουργία διχτυοκηπίου για να προστατεύσει τα φυτά και να εξομαλύνει τις δυσμενείς συνθήκες. 

6. Ακατάλληλο κλάδεμα 

Το σωστό κλάδεμα αποτελεί βασικός παράγοντας για την ανάπτυξη, την ανθοφορία και το δέσιμο των καρπών των φυτών. Λανθασμένο κλάδεμα μπορεί να προκαλέσει μείωση ή και απώλεια της παραγωγής. Χαρακτηριστικό παράδειγμα, στην καλλιέργεια αμπελιού, η λευκή επιτραπέζια ποικιλία σταφυλιών “σουλτανίνα”. Αν την κλαδέψουμε στα 2 – 3 πρώτα μάτια των βλαστών της, δεν θα δώσει ανθοφορία και δεν θα καρποφορήσει καθώς τα 3 πρώτα μάτια στους βλαστούς της δεν είναι γόνιμα και δεν σχηματίζουν λουλούδια. 

7. Προσβολή από ασθένειες και έντομα 

Υπάρχουν πολλές μυκητολογικές ασθένειες και έντομα που προσβάλλουν τους ανθούς και τους καρπούς των λαχανικών και των καρποφόρων δέντρων με αποτέλεσμα να υποβαθμίζουν ή να καταστρέφουν την παραγωγή των καρπών και χρειάζεται να τις αντιμετωπίσουμε.

 Για να εξασφαλίσουμε λοιπόν καλή προστασία των φυτών για να έχουμε πλούσια συγκομιδή καρπών, χρησιμοποιούμε κατά περίπτωση διάφορα βιολογικά σκευάσματα που προμηθευόμαστε από γεωπονικά καταστήματα όπως χαλκό, θειάφι, φυσική πυρεθρίνη, άλατα καλίου, θερινό πολτό και βάκιλο Θουριγγίας. 

Κι ένα μυστικό για την καρποφορία των δέντρων 

Σε αρκετά καρποφόρα δέντρα όπως στην καλλιέργεια της ελιάς, στην καλλιέργεια της φιστικιάς και στην καλλιέργεια της φουντουκιάς παρουσιάζουν το φαινόμενο της παρενιαυτοφορίας, δηλαδή μια χρονιά μεγάλης παραγωγής ακολουθείται από μία χρονιά μικρότερης ή μηδαμινής παραγωγής. 

Σε αυτές τις περιπτώσεις, η καλή καλλιεργητική φροντίδα, με τακτικό πότισμα, λίπανση και σωστό κλάδεμα μπορεί να μειώσει την ένταση του φαινομένου της παρενιαυτοφορίας για να εξασφαλίσουμε ικανοποιητική παραγωγή κάθε χρόνο.

Πηγή – mistikakipou.gr

Το κλάδεμα του αμπελιού

0

  …. Γενάρη μήνα κλάδευε , φεγγάρι μην κοιτάζεις ….

Κλάδεμα καλείται η οποιαδήποτε αφαίρεση ζωντανών τμημάτων ενός φυτού.

Υπάρχουν τα θερινά κλαδέματα και τα χειμερινά .

Τα κλαδέματα που γίνονται κάθε χρόνο και έχουν σκοπό την ρύθμιση της παραγωγής λέγονται κλαδέματα καρποφορίας.
Το κλάδεμα του αμπελιού

Κλάδεμα καρποφορίας

Το κλάδεμα της αμπέλου γίνεται, κατά κανόνα, κάθε έτος και απαιτεί ο κλαδευτής πέρα από τη δεξιοτεχνία, να σκέφτεται και να κρίνει πριν από οποιαδήποτε ενέργειά του.

Αυτό είναι απαραίτητο για:

α. ) Να ισορροπήσει την παραγωγή με τη βλάστηση σε συνδυασμό με την ηλικία και την ευρωστία του πρέμνου στη μελετώμενη περιοχή.
β. ) Να ρυθμίσει την παραγωγή έτσι ώστε να μην υπάρχει μεγάλη διακύμανση μεταξύ των ετών, όπως συμβαίνει στα ακλάδευτα πρέμνα.
γ. ) Να βελτιώσει την ποιότητα της παραγωγής (περιεκτικότητα σε σάκχαρα και οξέα), τις διαστάσεις των σταφυλιών και των ραγών, καθώς και την εμφάνιση τους (σταφύλια αραιά ή πυκνά στην περίπτωση των επιτραπέζιων).

δ. ) Να διατηρήσει το σχήμα.
Το κλάδεμα καρποφορίας ανάλογα με το μήκος των παραγωγικών μονάδων (κεφαλές, αμολυτές) διακρίνεται σε βραχύ, μακρό και μικτό.
– Βραχύ κλάδεμα. Στο κλάδεμα αυτό διατηρούνται κεφαλές μέχρι 3 οφθαλμών. Ο αριθμός των κεφαλών που αφήνονται εξαρτάται από την ισχύ και την ηλικία του πρέμνου και τις οικολογικές συνθήκες.

– Μακρό κλάδεμα. Σ’ αυτό αφήνονται αμολυτές των 5 έως 7 ή και περισσοτέρων οφθαλμών.
– Μικτό κλάδεμα. Σ’ αυτό αφήνονται κεφαλές μέχρι 3 οφθαλμών και αμολυτές με
περισσότερους των 4 οφθαλμών.
Η επιλογή ενός κλαδέματος (βραχύ, μακρό ή μικτό) και του μήκους που δίνουμε σε κάθε καρποφόρο μονάδα (κεφαλή ή αμολυτή), επιτρέπουν μια διακύμανση σε ευρέα όρια του όγκου παραγωγής που θα προκύψει (δυναμικού όγκου παραγωγής).
Το κλάδεμα της αμπέλου γίνεται, κατά κανόνα, κάθε έτος και απαιτεί ο κλαδευτής πέρα από τη δεξιοτεχνία, να σκέφτεται και να κρίνει πριν από οποιαδήποτε ενέργειά του

Κριτήρια επιλογής κληματίδων που θα κλαδευτούν

Για την επιλογή των κληματίδων που θα κλαδέψουμε μας ενδιαφέρει να :

α ) Είναι υγιείς (γερές). Δεν κρατάμε για κλάδεμα κληματίδες που έχουν τραύματα (από χαλάζι, από εχθρούς και ασθένειες ή καλλιεργητικά εργαλεία).
β ) Έχουν καλή ξυλοποίηση. Το χρώμα των κληματίδων να είναι το χαρακτηριστικό της ποικιλίας, να παρουσιάζουν αντίσταση στη συστροφή, εύκολη αποκόλληση του φλοιού.
γ ) Έχουν κανονική ζωηρότητα. Κανονικό μήκος και πάχος κληματίδας και μήκος μεσογονατίου διαστήματος. Αποφεύγονται οι κληματίδες με πολύ μεγάλα η πολύ κοντά μεσογονάτια διαστήματα.
Επίσης πρέπει να αναφέρουμε ότι οι “κοντόκομπες” και μέσου πάχους κληματίδες καρποφορούν καλύτερα και δίνουν αφθονότερη παραγωγή.
δ ) Έχουν θέση και κατεύθυνση που να εξασφαλίζουν τη διατήρηση του σχήματος, την ισορροπία φορτίου – βλάστησης και την καλή διευθέτηση τον φυλλώματος.
ε ) Υπάρχει πρακτικά ίδια περίπου απόσταση από το έδαφος των καρποφόρων μονάδων, ώστε ο φωτισμός τον φυλλώματος να είναι καλύτερος και να διευκολύνονται η αντιμετώπιση των ασθενειών και οι καλλιεργητικές εργασίες.

Κλάδεμα καρποφορίας ( Προσδιορισμός του φορτίου)

Πριν αρχίσουμε το κλάδεμα ενός πρέμνου μελετάμε την υφισταμένη κατάσταση .Έτσι, η συμπεριφορά του πρέμνου στο κλάδεμα καρποφορίας του περασμένου έτους (φορτίο που αφήσαμε) θα μας βοηθήσει στον καθορισμό του φορτίου. 

Μπορούμε να διακρίνουμε τις εξής περιπτώσεις:

Α) Οι οφθαλμοί που αφέθηκαν κατά το προηγούμενο κλάδεμα βλάστησαν και έδωσαν χονδρές κληματίδες, μεγάλου μήκους και καλά ωριμασμένες. Επιπλέον βλάστησαν και κοιμώμενοι οφθαλμοί και έδωσαν λαίμαργους. Η εικόνα αυτή δηλώνει ότι το προηγούμενο κλάδεμα ήταν αυστηρό και επομένως πρέπει να αυξήσουμε το φορτίο. Αυτό θα γίνει είτε αφήνοντας δύο κεφαλές στον ίδιο βραχίονα είτε μία αμολυτή 5-10 οφθαλμών.
Β) Οι οφθαλμοί που αφέθηκαν δε βλάστησαν όλοι, οι κληματίδες είναι λεπτές, κοντές και δεν υπάρχουν λαίμαργοι. Αυτό σημαίνει ότι πρέπει να μειώσουμε το φορτίο κλαδεύοντας πιο αυστηρά “σφιχτά” ή αφαιρώντας μερικές κεφαλές.
Η αφαίρεση κεφαλών και κληματίδων γίνεται με το σκεπτικό να ανοίγει το κύπελλο και να διατηρείται το σχήμα. Βέβαια κατά προτεραιότητα αφαιρούνται οι ασθενικές (λεπτές) κληματίδες και εκείνες που απομακρύνονται από τον άξονα του κυπέλλου.
Γ)  Όλοι οι οφθαλμοί τους οποίους αφήσαμε με το κλάδεμα τον προηγουμένου έτους, βλάστησαν και οι κληματίδες έχουν κανονικό πάχος, μήκος και το χαρακτηριστικό χρώμα της ποικιλίας. Αυτό σημαίνει ότι το φορτίο πρέπει να είναι το ίδιο με αυτό του περασμένου έτους.
Εποχή κλαδέματος

Το κλάδεμα είναι μια διαδικασία που απαιτεί χρόνο, γι’ αυτό συνήθως ο χρόνος κλαδέματος αποφασίζεται από τον αμπελουργό ανάλογα με τα εργατικά χέρια που διαθέτει και τον προγραμματισμό των εργασιών του. Όμως θα πρέπει να επισημανθούν μερικές χρήσιμες διαπιστώσεις. Όταν σε μια περιοχή ενδημούν βακτηριακές ασθένειες συνιστάται κλάδεμα τον χειμώνα (αρχές Ιανουαρίου).

Για την αποφυγή των μολυσμάτων της Ευτυπίωσης θα πρέπει το κλάδεμα, αν είναι δυνατόν, να γίνεται αργά προς το τέλος Φεβρουαρίου – αρχές Μαρτίου (λίγο πριν την έναρξη της δακρύρροιας ).

Επίσης θα πρέπει να επισημανθεί ότι το όψιμο κλάδεμα καθυστερεί την εκβλάστηση.
Κλάδεμα vεαρώv φυτών

Στα πρώτα χρόνια της ζωής των φυτών ακόμη και ένα μικρό φορτίο θεωρείται υπερβολικό. Το φυτό στα πρώτα χρόνια της ζωής του θα πρέπει να οικοδομήσει τα μόνιμα τμήματά του και επομένως η παραγωγή δρα ανταγωνιστικά προς αυτό. Έτσι, κατά τα πρώτα χρόνια, θα πρέπει να αφαιρούνται οι ταξιανθίες.

Την πρώτη χρονιά αφαιρούνται όλες, τη δεύτερη οι περισσότερες και ούτω καθ’ εξής. Πολλές φορές ιδιαίτερα σε αμπελώνες επιτραπέζιων σταφυλιών, υπερβολικό φορτίο κατά τα πρώτα χρόνια της ζωής του αμπελώνα υποθηκεύει το μέλλον των φυτών και υποβαθμίζει την ποιότητα της παραγωγής.

Θερινά κλαδέματα

Είναι οι επεμβάσεις που γίνονται κατά τη διάρκεια της βλαστικής περιόδου. Με τα θερινά κλαδέματα επιδιώκουμε την διόρθωση σφαλμάτων που έγιναν κατά το χειμερινό κλάδεμα και την βελτίωση των συνθηκών καλλιέργειας με σκοπό τη βελτίωση της ποιότητας της παραγωγής.

Τα θερινά κλαδέματα είναι : το βλαστολόγημα, το κορυφολόγημα,το ξεφύλλισμα, το αραίωμα βοτρύων, η χαραγή και η δακτυλίωση.

Βλαστολόγημα

Το βλαστολόγημα αφορά στην αφαίρεση διογκωμένων οφθαλμών, βλαστών στα πρώτα στάδια ανάπτυξής τους. Συνήθως οι αφαιρούμενοι βλαστοί είναι άγονοι και δεν είναι χρήσιμοι για τη διαμόρφωση του κλήματος και το επόμενο χειμερινό κλάδεμα. Είναι όμως δυνατόν να γίνει αφαίρεση γόνιμων βλαστών που είναι κακοσχηματισμένοι ή που η θέση τους είναι τέτοια ώστε να παρεμποδίζουν την ανάπτυξη άλλων βλαστών.

Εποχή και τρόπος πραγματοποίησης του βλαστολογήματος

Το βλαστολόγημα έχει σκοπό να προσαρμόσει τη βλάστηση στις συνθήκες του περιβάλλοντος και στην εφαρμοζόμενη καλλιεργητική τεχνική. Επίσης, έχει σκοπό να συμπληρώσει το προηγούμενο χειμερινό κλάδεμα και να προετοιμάσει το επόμενο. Η έγκαιρη και σωστή εφαρμογή του συμβάλλει στην καλύτερη διατροφή των βλαστών που απομένουν καθώς και των σταφυλών που αυτοί φέρουν. Επειδή όμως αυτό στοχεύει στην εξοικονόμηση υγρασίας και θρεπτικών στοιχείων στο κλήμα, πρέπει να γίνεται όσο το δυνατόν νωρίτερα όχι όμως πριν ξεχωρίσουν οι ταξιανθίες (όταν οι βλαστοί έχουν τουλάχιστον 5 φύλλα και μήκος από 10-15 cm έως 30-35 cm δηλαδή κατά την περίοδο Απριλίου με μέσα Μαϊου και γενικά πριν την άνθηση). Έτσι και τα φύλλα των βλαστών που αφαιρούνται δεν έχουν συμπληρώσει την ανάπτυξή τους και φωτοσυνθέτουν ελάχιστα ή καθόλου, δηλαδή πρόκειται για παράσιτα του κλήματος των οποίων η αφαίρεση θα ωφελήσει τους βλαστούς που απομένουν. Εάν η πραγματοποίηση του βλαστολογήματος καθυστερήσει, τότε αφαιρούνται φύλλα ικανά να φωτοσυνθέτουν, για τα οποία το κλήμα κατανάλωσε προϊόντα φωτοσυνθέσεως, νερό και ανόργανα στοιχεία δηλαδή θα γίνει ζημιά στο κλήμα.

Ανάλογα με τη θέση των βλαστών που πρόκειται να αφαιρεθούν, διακρίνεται σε βλαστολόγημα τον κορμού, των βραχιόνων και των καρποφόρων μονάδων.

Το βλαστολόγημα αρχίζει με αφαίρεση των βλαστών από τον κορμό δηλαδή λαίμαργων που βγαίνουν είτε από το υποκείμενο, είτε από το εμβόλιο. Στη συνέχεια γίνεται
αφαίρεση αυτών που βγαίνουν κοντά στους βραχίονες και οι οποίοι δε θα μας χρησιμεύσουν στο χειμερινό κλάδεμα, των κακοσχηματισμένων και αραίωμα των διπλών ή τριπλών (προέρχονται από τη βλάστηση δύο ή τριών αξόνων του οφθαλμού) μετά την εμφάνιση των βοτρύων. Βέβαια, κατά το βλαστολόγημα στους βραχίονες και τις καρποφόρες μονάδες δεν αφαιρούνται όλοι οι βλαστοί που δεν έχουν σταφύλι, διατηρούνται μερικοί για να βοηθήσουν με το φύλλωμά τους στην αύξηση της φωτοσυνθετικής ικανότητας του κλήματος.
Στις ζωηρές ποικιλίες, το βλαστολόγημα μπορεί να προκαλέσει ανθόρροια. Στην περίπτωση αυτή είναι καλύτερα να αυξηθεί το φορτίο κατά το χειμερινό κλάδεμα και να ακολουθήσει ένα ελαφρό βλαστολόγημα. Τα μικρά φυτά δεν τα βλαστολογούμε αυστηρά με σκοπό τον όσο το δυνατόν λιγότερο περιορισμό της φυλλικής επιφάνειας. Επίσης, σε περιοχές που επικρατούν ισχυροί άνεμοι δεν αφαιρούμε τους βλαστούς από τους βραχίονες γιατί μπορεί να χρειαστούν στο επόμενο κλάδεμα.
Στην πράξη, στα άγονα και ξηρά εδάφη των αμπελουργικών περιοχών, που στις κριτικές για την αμπελοπεριόδους υπάρχει πρόβλημα ακόμα και επιβίωσης των κλημάτων, είναι ιδιαίτερα επιβεβλημένο το έγκαιρο και σωστό βλαστολόγημα για εξοικονόμηση υγρασίας και προσαρμογή των κλημάτων στις εξαιρετικά δύσκολες αυτές συνθήκες. Επίσης, στα γόνιμα και αρδευόμενα εδάφη και στις ζωηρές ποικιλίες όπως Ραζακί, Σουλτανίνα, Σοβινιόν, Σιδερίτη, Φράουλα κόκκινη κλπ, χρειάζονται πολλές φορές περισσότερα του ενός βλαστολογήματα.
Με το έγκαιρο και σωστό βλαστολόγημα επιτυγχάνεται:
– οικονομία νερού και θρεπτικών στοιχείων
– καλύτερη ανάπτυξη των βλαστών που απομένουν
– γρηγορότερη και καλύτερη διαμόρφωση των κλημάτων αποτελεί απαραίτητη προπαρασκευαστική εργασία, η οποία ενώ δεν κοστίζει σχεδόν τίποτα, προσφέρει πάρα πολλά και οι αμπελουργοί την ονομάζουν “καλή δουλειά
– διευκόλυνση τον επόμενου χειμερινού κλαδέματος
– καλύτερος αερισμός και φωτισμός των βλαστών που απομένουν
– έμμεση αντιμετώπιση του περονόσπορου με την πρόληψη της πρώτης προσβολής που είναι ιδιαίτερα επιζήμια στις τρυφερές ταξιανθίες και τα νεαρά φύλλα, καθώς και την ελάττωσή τον στις επόμενες προσβολές
– καθυστέρηση του γηρασμού των κλημάτων γιατί δημιουργούν πληγές (βασική αιτία γηρασμού).
Το βλαστολόγημα γίνεται με το χέρι.
Ο εργάτης που το πραγματοποιεί πρέπει να γνωρίζει κλάδεμα, να σκέπτεται το παρόν και το μέλλον του κάθε κλήματος . Έτσι, επιλέγει τους βλαστούς που θα αφαιρέσει και κρατάει αυτούς που θα χρειαστούν για αντικατάσταση βραχιόνων και καρποφόρων μονάδων, καθώς και αυτούς που είναι κατάλληλοι για κάλυψη κενών στο σχήμα, ανεξάρτητα αν φέρουν ή όχι σταφύλια.
Πηγή – ampeli.gr

Το μυστικό στο ξεπίκρισμα της ελιάς

0

 

Στις πολύτιμες αντιοξειδωτικές ουσίες που κρύβονται στο ξεπίκρισμα της ελιάς αναφέρεται με σημείωμά του ο καθηγητής του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας κ. Δημήτρης Κουρέτας.

Ειδικότερα, αναφέρει:

«Οι επιτραπέζιες ελιές αποτελούν βασικό συστατικό της μεσογειακής διατροφής και συνδέονται με πολλές ευεργετικές βιολογικές δραστηριότητες, οι οποίες σχετίζονται κυρίως με τις φαινολικές ενώσεις τους.

Η διαδικασία αποπίκρανσης της ελιάς καθορίζει την ποσοτική και ποιοτική σύνθεση των επιτραπέζιων ελιών σε βιοφαινόλες.

Σκοπός της παρούσας μελέτης ήταν να αξιολογήσει την in vitro αντιοξειδωτική ικανότητα και την προστατευτική δράση του DNA ενός εκχυλίσματος που προέρχεται από δείγματα άλμης, σύμφωνα με την ελληνική διαδικασία ξεπικρίσματος των καρπών της ελιάς Καλαμών.

Οι in vitro δοκιμασίες χωρίς κύτταρα έδειξαν ισχυρή ικανότητα δέσμευσης ελευθέρων ριζών από το εκχύλισμα, επομένως αντιοξειδωτική ικανότητα.

Σε κυτταρικό επίπεδο, τα ανθρώπινα ενδοθηλιακά κύτταρα (EA.hy296) και οι μυοβλάστες ποντικού (C2C12) υποβλήθηκαν σε επεξεργασία με μη κυτταροτοξικές συγκεντρώσεις του εκχυλίσματος άλμης και η κατάσταση οξειδοαναγωγής αξιολογήθηκε με μέτρηση της γλουταθειόνης (GSH), των αντιδραστικών ειδών οξυγόνου (ROS) και των επιπέδων λιπιδικής υπεροξείδωσης (TBARS).

Τα αποτελέσματά μας δείχνουν ειδική απόκριση κυτταρικού τύπου, ασκώντας προστασία από τις οξειδωτικές βλάβες. Τέλος, και στις δύο κυτταρικές σειρές, προεπεξεργασία με εκχύλισμα άλμης έδειξε ότι προστατεύει από βλάβη το DNA.

Συμπερασματικά, αυτή είναι η πρώτη ολιστική προσέγγιση που ανέδειξε τα λύματα επιτραπέζιας ελιάς από τη διαδικασία αποπίκρανσης ελληνικού τύπου Καλαμών, ως πολύτιμη πηγή βιοδραστικών ενώσεων, που θα μπορούσαν να έχουν ενδιαφέρουσες επιπτώσεις στην ανάπτυξη νέων προϊόντων σε τρόφιμα ή άλλες βιομηχανίες και ειδικά σε καλλυντικά τα οποία ενδιαφέρουν την γήρανση του δέρματος. Μέχρι τώρα υπάρχουν δεδομένα και προιόντα από τον καρπό της ελιάς, τα φύλλα, τα υποπροιόντα μετά την ελαιοποίηση.

Μετά την σημερινή μας δημοσίευση στο περιοδικό Antioxidants φαίνεται ότι το ξεπίκρισμα από την ελιά καλαμών περιέχει πολύτιμες αντιοξειδωτικές ουσίες, που αξίζουν πολύ περισσότερο από την ίδια την ελιά και το ελαιόλαδο. Ας το εκμεταλλευτούμε λοιπόν»

Πηγή – larissanet.gr

Καλλιέργεια πικροδάφνης : επιστημονικά δεδομένα και πρακτικές

0


 

Τη συναντάμε συχνά ως χώρισμα ανάμεσα στα δύο ρεύματα κυκλοφορίας, ως μικρό διακοσμητικό θάμνο σε γλάστρες και ζαρντινιέρες έξω από διάφορα καταστήματα, ως φυσικό πολύχρωμο και αδιαπέραστο φυτοφράχτη που μπορεί να φτάσει πολλά μέτρα σε ύψος, ή ως διαμορφωμένο καλλωπιστικό δένδρο σε παρτέρια πεζοδρομίων. Αυτό οφείλεται στο ότι η πικροδάφνη είναι από τα πιο ευπροσάρμοστα φυτά που μπορούν να ευδοκιμήσουν στην Ελλάδα και να αναπτυχθούν με ελάχιστη φροντίδα από ένα σημείο της ζωής τους και έπειτα.

Η επιστημονική ονομασία της πικροδάφνης είναι Nerium oleander. Πρόκειται για έναν πολυετή αειθαλή καλλωπιστικό θάμνο που μπορεί να ξεπεράσει ακόμα και τα 5 μέτρα σε ύψος. Έχει άνθη διαφόρων χρωμάτων, με πιο συνηθισμένα χρώματα το ροζ, το λευκό και το κρεμ. Χρειάζεται προσοχή καθώς διαθέτει τοξικά φύλλα, που είναι δηλητηριώδη για τον άνθρωπο και τα κατοικίδια ζώα. Δεν θα πρέπει φυσικά να συγχέεται με τη δάφνη που προσθέτουμε στο φαγητό. Η επαφή με το φύλλωμα και τα λουλούδια της πικροδάφνης ενδέχεται να προκαλέσει σοβαρούς ερεθισμούς του δέρματος και αλλεργικές αντιδράσεις. Για το λόγο αυτό, φοράμε πάντα καλής ποιότητας γάντια όταν πρόκειται να εργαστούμε πάνω στο φυτό αυτό.

Όπως συμβαίνει σε πολλούς καλλωπιστικούς θάμνους, υπάρχουν νάνες αλλά και πλήρους ανάπτυξης ποικιλίες πικροδάφνης. Οι περισσότερες νάνες ποικιλίες φτάνουν μετά από 2-3 χρόνια σε ύψος 1,20 με 1,40 μέτρα και δεν ψηλώνουν άλλο. Αντιθέτως, οι πικροδάφνες πλήρους μεγέθους έχουν πολύ γρήγορο ρυθμό ανάπτυξης. Αν μια πικροδάφνη πλήρους ανάπτυξης βρει ευνοϊκές συνθήκες, μπορεί να αυξάνεται καθ ύψος για 50 με 70 εκατοστά το χρόνο ή και περισσότερο. Αυτό σημαίνει ότι αν τη χρονιά που θα τις φυτέψουμε σε σειρά έχουν ύψος 1,5 μέτρο, ήδη σε 1 -2  χρόνια λειτουργούν άψογα ως φυτοφράχτης, καθώς μπορεί να έχουν αποκτήσει ύψος 2,50 με 3 μέτρα, ενώ το εσωτερικό του φράχτη θα είναι αρκετά πυκνό, εμποδίζοντας εντελώς τα αδιάκριτα βλέμματα. 

Πρέπει να τονιστεί ότι το φυτό χρειάζεται ηλιοφάνεια και άμεση πρόσβαση στο ηλιακό φως για τουλάχιστον 6 ώρες ημερησίως, καθώς σε σκιά -όπως βλέπουμε στη φωτογραφία- γίνεται καχεκτικό με λεπτούς ασθενικούς βλαστούς και σαφώς πολύ μικρότερη βλάστηση και ανθοφορία. 

Η επιστημονική ονομασία της πικροδάφνης είναι Nerium oleander

Η πικροδάφνη ανέχεται την ξηρασία σε πολύ μεγάλο βαθμό. Ένα μεγάλο ποσοστό των φυτών που συναντούμε στο δρόμο δεν ποτίζεται καθόλου μετά τα πρώτα δύο με τρία χρόνια ζωής, και τα φυτά διατηρούνται απορροφώντας απλώς το νερό από τις όποιες βροχοπτώσεις. Βέβαια για να συμβεί αυτό, και να είμαστε σίγουροι ότι το φυτό θα επιβιώσει και θα αναπτυχθεί σωστά, το πρώτο και ίσως το δεύτερο καλοκαίρι μετά την φύτευση στο έδαφος είναι καλό να ποτίζεται τακτικά. Όσον αφορά το έδαφος, και εκεί η πικροδάφνη δεν έχει κάποια ιδιαίτερη απαίτηση, καθώς μπορεί να ευδοκιμήσει σε άγονα εδάφη και σε ένα μεγάλο εύρος pH και αλατότητας. Υπάρχουν αναφορές ότι αναπτύσσεται ακόμα και σε pH ελαφρώς πάνω από 8, ενώ η αντοχή της στην αλατότητα την καθιστά ιδανική για φύτευση σε παραθαλάσσιες περιοχές. 

Μεταφύτευση

Η κατάλληλη εποχή μεταφύτευσης για την πικροδάφνη είναι η άνοιξη ή το φθινόπωρο. Το πρώτο πράγμα που πρέπει να κάνουμε αφού αγοράσουμε τα φυτά μας είναι να τα καθαρίσουμε με ψαλίδι κλαδέματος, έτσι ώστε να αφαιρέσουμε την όποια ξερή βλάστηση και τα μαραμένα λουλούδια. Με αυτόν τον τρόπο θα τα βοηθήσουμε να συγκεντρώσουν τους πόρους του και τα πολύτιμα θρεπτικά συστατικά τους σε λιγότερα αλλά ομορφότερα και πιο λαμπερά λουλούδια. Αρχικά λοιπόν αφαιρούμε τα ώριμα άνθη τα οποία έχουν αρχίσει να μαραίνονται. Καλό είναι να αφαιρέσουμε όλο το βλαστό που περιέχει το σχεδόν μαραμένο λουλούδι έως την προηγούμενή του διακλάδωση. Αυτό είναι μια απαραίτητη διαδικασία, καθώς έτσι το φυτό θα συγκεντρώσει την ενέργειά του στα νεαρά μπουμπούκια που θα μας εκπλήξουν πολύ σύντομα με την εμφάνιση, τη ζωντάνια και τα χρώματά τους. Στη συνέχεια, ανοίγουμε ένα λάκκο με διάμετρο μεγαλύτερη από αυτή της γλάστρας και τοποθετούμε το φυτό μας. Στην περίπτωση που θέλουμε να δημιουργήσουμε φυτοφράχτη, η απόσταση μεταξύ δύο φυτών πικροδάφνης πλήρους ανάπτυξης πρέπει να είναι τουλάχιστον ενάμισι μέτρο. 

Κλάδεμα

Παρόλο που δεν είναι απολύτως απαραίτητο, το κλάδεμα μπορεί να χρησιμεύσει για την ενίσχυση της ανθοφορίας και την αύξηση της πυκνότητας του θάμνου. Είναι σαφές ότι σε έναν πολυετή θάμνο με πολύ γρήγορο ρυθμό ανάπτυξης, το κλάδεμα είναι ιδιαίτερα σημαντικό. Ουσιαστικά εμείς με το κατάλληλο κλάδεμα μπορούμε να δώσουμε στο φυτό το σχήμα που επιθυμούμε. Μπορούμε να το διαμορφώσουμε σε ένα μαζεμένο θάμνο αν το κλαδεύουμε αυστηρά κάθε 2 χρόνια, να το ενθαρρύνουμε να ψηλώσει πολύ δημιουργώντας φυτοφράχτη, να το διαμορφώσουμε σε δέντρο ή να μην κάνουμε τίποτα και μετά να μαζεύεται με πολύ μεγάλη δυσκολία. Χρειάζεται για κάθε φυτό ένα σαφές σχέδιο που πρέπει να έχουμε εκ των προτέρων. 

Την άνοιξη απομακρύνουμε κάθε ξερό βλαστό ή κατεστραμμένο από τον πάγο φυτικό υλικό. Το φθινόπωρο γίνεται όμως το βασικό κλάδεμα. Τα λουλούδια φύονται μόνο σε ξύλο προηγούμενου έτους, οπότε είναι καλύτερο να μην κλαδεύουμε ταυτόχρονα όλο το φυτό, καθώς αυτό θα οδηγήσει σε ένα χρόνο χωρίς λουλούδια. Η ιδέα είναι να κλαδεύουμε ⅓ από τα κλαδιά κάθε χρόνο, έτσι ώστε ολόκληρος ο θάμνος να κλαδεύεται μέσα σε τρία χρόνια. Το κλάδεμα καλό είναι να γίνεται στις αρχές του φθινόπωρο, έτσι ώστε να αφήσουμε στο φυτό αρκετό διάστημα να προφυλαχθεί για τον πρώτο παγετό. Σαν γενικό κανόνα, εάν κλαδέψουμε παλιό ξύλο, θα εμφανιστούν νέοι και μακριοί βλαστοί. Εάν κόψουμε σε περιοχές με άνθη, θα πάρουμε μικρότερους βλαστούς που θα ανθίσουν γρήγορα.

Για να διαμορφώσουμε μία πικροδάφνη σε σχήμα δέντρου, ξεκινάμε διαλέγοντας το πιο δυνατό βλαστό, ο οποίος θα αποτελέσει τον κορμό του δέντρου. Επίσης, διαλέγουμε το επιθυμητό ύψος κορμού και από εκεί και κάτω κλαδεύουμε οποιαδήποτε διακλάδωση του κεντρικού κορμού. Θα πρέπει να πραγματοποιούμε την παρακάτω εργασία για αρκετό καιρό και να αφαιρούμε κάθε λαίμαργο βλαστό, έτσι ώστε το φυτό να αρχίσει σταδιακά να μεγαλώνει σε σχήμα δένδρου. 

Έχει άνθη διαφόρων χρωμάτων, με πιο συνηθισμένα χρώματα το ροζ, το λευκό και το κρεμ

Πρέπει να έχουμε κατά νου ότι οι χυμοί του φυτού είναι τοξικοί και χρειάζεται οπωσδήποτε να φοράμε γάντια καλής ποιότητας και μακρυμάνικη μπλούζα, έτσι ώστε να αποφύγουμε δερματικούς ερεθισμούς. Ακόμα, μετά το κλάδεμα πλένουμε τα εργαλεία και τα χέρια μας. Το πλύσιμο του εξοπλισμού μας διασφαλίζει ότι την επόμενη φορά που θα τα χρησιμοποιήσουμε δεν θα διατρέχουμε κανένα κίνδυνο ερεθισμού από το φυτό αυτό. 

Η προσωπική ασφάλεια είναι πολύ σημαντικός παράγοντας στις εργασίες του κλαδέματος. Μπορεί η κηπουρική να είναι ένα φαινομενικά ακίνδυνο χόμπι, όμως εγκυμονεί κινδύνους που ένας αρχάριος πιθανά δεν φαντάζεται. Αρχικά είναι σημαντικό να προμηθευτούμε γαλότσες καλής ποιότητας. Ο κήπος συχνά, κυρίως κατά το τέλος καλοκαιριού με αρχές φθινοπώρου, όπου είναι και η περίοδος κλαδέματος της πικροδάφνης, προσελκύει ανεπιθύμητους επισκέπτες που αναζητούν τροφή, όπως για παράδειγμα φίδια ή ποντίκια. Ένα απρόσεκτο βήμα στον κήπο, μπορεί να έχει κακή εξέλιξη. 

Λίπανση

Παρόλο που σαν ώριμο φυτό η πικροδάφνη χρειάζεται ελάχιστη ή καθόλου λίπανση, η προσθήκη λιπάσματος σε ένα νεαρό φυτό θα το βοηθήσει να μεγιστοποιήσει τον ρυθμό ανάπτυξής του, να ωριμάσει και να αποκτήσει πιο γρήγορα το επιθυμητό ύψος και πυκνότητα, ειδικά αν προορίζεται για φυτοφράχτης. Η λίπανση μπορεί να πραγματοποιείται τρεις φορές ανά έτος, αρχικά στις αρχές της άνοιξης, όταν η νέα βλάστηση εμφανίζεται για πρώτη φορά, στη συνέχεια κατά το τέλος της άνοιξης και ακόμη μία φορά κατά τη διάρκεια του καλοκαιριού. Δε χρειάζεται να προμηθευτούμε κάποιο ιδιαίτερο λίπασμα, καθώς μπορούμε να χρησιμοποιήσουμε ένα ισορροπημένο λίπασμα (π.χ. N – P – K  10 – 10 – 10) που χρησιμοποιούμε για τα λαχανικά στον κήπο μας. 

Πικροδάφνη σε Γλάστρα

Εκτός από το έδαφος, αρκετοί είναι αυτοί που διατηρούν την πικροδάφνη σε γλάστρα στο μπαλκόνι. Φυσικά για να γίνει αυτό, είναι αυτονόητο ότι θα επιλέξουμε μια νάνα ποικιλία που δε θα ξεπεράσει το 1,5 μέτρο σε ύψος. Δύο καλές επιλογές ποικιλίας είναι η Petite Pink (ροζ άνθη) και η White Sands (λευκά άνθη). 

Αν προσέξουμε κάποια βασικά πράγματα, η πικροδάφνη μας θα ζήσει αρκετά χρόνια στη γλάστρα μας και θα μας χαρίζει απλόχερα τη ζωντάνια και τα πλούσια χρώματά της.  

6 Μυστικά για καλλιέργεια πικροδάφνης σε γλάστρα

  1. Τοποθετούμε τη γλάστρα σε ένα σημείο όπου το φυτό μας να έχει άμεση πρόσβαση στο ηλιακό φως για τουλάχιστον 6 ώρες ημερησίως. Είναι βασικό στο σημείο που θα τοποθετηθεί η γλάστρα να μην έχουν άμεση πρόσβαση παιδιά και κατοικίδια ζώα. Ο λόγος είναι ότι – παρόλη την εξωτερική ομορφιά – όλα τα μέρη του φυτού είναι τοξικά και η επαφή με αυτά μπορεί να προκαλέσει ερεθισμούς και αλλεργικές αντιδράσεις, ενώ μία ενδεχόμενη κατάποση ενός φύλλου εγκυμονεί πολύ σοβαρούς κινδύνους. 
  2. Σε σχέση με την καλλιέργεια πικροδάφνης στο έδαφος, το φυτό σε γλάστρα είναι λιγότερο ανεκτικό στην ξηρασία, και ειδικά τους καλοκαιρινούς μήνες θα πρέπει να το ποτίζουμε τακτικά, αφού διαπιστώσουμε με το δάκτυλό μας ότι το χώμα της γλάστρας είναι εντελώς ξηρό.  
  3. Στα πρώτα ένα με δύο χρόνια ζωής του φυτού, καλό είναι να προσθέτουμε ένα ισορροπημένο λίπασμα δύο φορές το χρόνο (μία την άνοιξη και μία το καλοκαίρι). Μπορούμε να προσθέσουμε ένα απλό μπλε κοκκώδες λίπασμα που χρησιμοποιούμε για άλλες χρήσεις (κηπευτικά) και αμέσως μετά να ποτίσουμε. Εναλλακτικά, μπορούμε να ποτίζουμε τη γλάστρα έχοντας προσθέσει στο ποτιστήρι ένα υδατοδιαλυτό λίπασμα. 
  4. Μετά το τέλος της ανθοφορίας και πριν μετακινήσουμε τη γλάστρα για το χειμώνα, μπορούμε να κλαδέψουμε το ⅓ των κλαδιών στο μισό μήκος τους για να διατηρήσουμε ένα ωραίο μαζεμένο σχήμα. Κάθε χρόνο, προχωράμε στο κλάδεμα και πάλι του ενός τρίτου των κλαδιών, έτσι ώστε ολόκληρος ο θάμνος να κλαδεύεται σε μια τριετία.
  5. Προς το τέλος του φθινοπώρου, ενδεχομένως να χρειαστεί να αλλάξουμε τη θέση της γλάστρας με την πικροδάφνη μας, με σκοπό να την προστατέψουμε από το κρύο και την παγωνιά που έρχεται. Στη Κεντρική και Νότια Ελλάδα αυτό ίσως να μην απαραίτητο, ωστόσο από τη Θεσσαλονίκη και πάνω συνήθως οι γλάστρες με την πικροδάφνη τοποθετούνται το χειμώνα σε εσωτερικούς ή ακάλυπτους χώρους αν υπάρχει δυνατότητα, έτσι ώστε το φυτά να διαχειμάσουν και να αντέξουν το κρύο με τις λιγότερες δυνατές συνέπειες. Σε θερμοκρασίες από -10oκαι κάτω, το φυτό αρχίζει να έχει σοβαρά προβλήματα, ειδικά όταν οι θερμοκρασίες αυτές επιμένουν για αρκετές ώρες. Κάποιοι άλλοι επίσης σκεπάζουν τις γλάστρες με τα φυτά για τον ίδιο λόγο.
  6. Φοράμε πάντα καλής ποιότητας γάντια όταν πρόκειται να εργαστούμε πάνω στο φυτό αυτό, καθώς η παραμικρή επαφή μπορεί να προκαλέσει ερεθισμούς στο δέρμα. 
Πηγή – wikifarmer.com

Η καλλιέργεια της καρυδιάς ,Κλάδεμα, λίπανση και φυτοπροστασία εποχής

0

 

Η καλλιέργεια της καρυδιάς αυτή την περίοδο βρίσκεται στο στάδιο του λήθαργου. Με την απαιτούμενη προσοχή στο κλάδεμα και τη λίπανση, αλλά και τη λήψη βασικών προληπτικών μέτρων, μπορούν να περιοριστούν σοβαρά φυτοπροστατευτικά προβλήματα και να μεγιστοποιηθεί η παραγωγή.

Κλάδεμα

Αυτή την εποχή βρίσκεται σε εξέλιξη το κλάδεμα καρποφορίας. Αφαιρείται κάθε ξερή βλάστηση, ενώ οι τομές στο υγιές ξύλο θα πρέπει να είναι καθαρές (δεν θα πρέπει να υπάρχουν ίχνη μεταχρωματισμού), διαφορετικά κόβουμε πιο χαμηλά.

Οι τομές κλαδέματος, ιδιαίτερα οι μεγάλες, θα πρέπει να καλύπτονται με κάποιο επουλωτικό πληγών (π.χ. νοβαρίλ), ενώ καλό είναι να ακολουθεί ψεκασμός με βορδιγάλειο πολτό. Οι εργασίες κλαδέματος και καθαρισμού των δένδρων θα πρέπει να αποφεύγονται όταν ο καιρός είναι υγρός.

Με το κλάδεμα ο σκελετός θα πρέπει να διαμορφώνεται κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να επιτρέπει την καλή διείσδυση του ηλιακού φωτός στο εσωτερικό της κόμης και τον επαρκή αερισμό της. Έτσι, περιορίζεται η σχετική υγρασία, η οποία ευνοεί την εμφάνιση σοβαρών ασθενειών, όπως η ανθράκωση και η βακτηρίωση.

Λίπανση

Για τη λίπανση της καρυδιάς θα πρέπει να λαμβάνονται υπόψη τα εξής:

  • Εδαφολογική ανάλυση πριν τη φύτευση και επανάληψη αυτής ανά πενταετία. Τυχόν ελλείψεις σε φώσφορο (P) και κάλιο (Κ) καλό είναι να καλύπτονται πριν από τη φύτευση, με ενσωμάτωση σε μια λωρίδα γης επί της μελλοντικής γραμμής των δέντρων σε πλάτος περίπου 2 μέτρων, ώστε να αξιοποιηθούν τα μέγιστα τα επόμενα χρόνια. Η οργανική ουσία, επίσης, εφαρμόζεται πολύ αποτελεσματικά μόνο πριν από τη φύτευση με ενσωμάτωση, καθώς τα επόμενα χρόνια η αναμόχλευση του εδάφους πρέπει να αποφεύγεται.
  • Φυλλοδιαγνωστική ανάλυση κάθε 2η χρονιά στα τέλη Ιουλίου.
  • Επειδή στην κεντρική Ελλάδα οι βροχοπτώσεις στα τέλη του χειμώνα και κατά την άνοιξη είναι συνήθως ικανοποιητικές, δεν είναι απαραίτητη η πιο πρώιμη βασική λίπανση.
  • Η καρυδιά, όπως όλα τα ακρόδρυα, απαιτεί σχετικά υψηλές ποσότητες λίπανσης λόγω της μεγάλης περιεκτικότητας των καρπών της σε πρωτεΐνη. Είναι δένδρο απαιτητικό σε άζωτο (12-15 κιλά το στρέμμα ετησίως), με κρισιμότερες περιόδους τα στάδια της ανθοφορίας, της καρπόδεσης, της πρώτης ανάπτυξης των καρπών και του γεμίσματος της ψίχας. Γι’ αυτό, τα ώριμα δένδρα χρειάζονται το 80% του αζώτου την άνοιξη (60% αρχές Μαρτίου, 20% αρχές Μαΐου) και το 20% το καλοκαίρι (μέσα Ιουλίου), ώστε να καλύπτονται οι ανάγκες του δένδρου σε όλα τα στάδια. Ο φώσφορος εφαρμόζεται διαφυλλικά στα καρποφόρα δένδρα (2-3 κιλά το στρέμμα συνολικά με δύο-τρεις ψεκασμούς την άνοιξη). Το κάλιο εφαρμόζεται σε ποσότητες παρόμοιες με το Ν, όταν έχουμε καλή καρποφορία. Τέλος, πολύ σημαντική είναι και η προσθήκη ψευδαργύρου και βορίου ετησίως ή τουλάχιστον ανά διετία.
Φυτοπροστασία

Ανθράκωση και βακτηρίωση

Όπως προαναφέρθηκε, με τον σωστό καθαρισμό των δένδρων περιορίζεται η σχετική υγρασία, η οποία ευνοεί την εμφάνιση των εν λόγω ασθενειών.

Βαθύ σχίσιμο του φλοιού

Το βακτήριο που προκαλεί την ασθένεια μεταδίδεται κυρίως από τομές κλαδέματος σε συνθήκες υψηλής ατμοσφαιρικής υγρασίας και θερμοκρασίας. Γι’ αυτό απαιτείται απολύμανση των κλαδευτικών εργαλείων (με εμβάπτιση σε υδατικό διάλυμα χλωρίνης 10%) και αποφυγή κλαδέματος με υγρό καιρό.

Ασθένειες κορμού και ριζικού συστήματος

Επειδή αδιόρατες ρωγμές από ελαφρές παγωνιές του χειμώνα είναι αναπόφευκτες, καλό είναι νωρίς την άνοιξη να γίνει επάλειψη του κορμού μέχρι ένα μέτρο ύψος και λίγο κάτω από την επιφάνεια του εδάφους με βορδιγάλειο πάστα.

Αν η εφαρμογή της βορδιγάλειου πάστας είναι δύσκολη, μπορεί να εφαρμοστεί ψεκασμός με ένα άλλο χαλκούχο μυκητοκτόνο στην ισχυρότερη δόση που συνιστάται από τον παρασκευαστή.

Πηγή – Περιφερειακό Κέντρο Προστασίας Φυτών, Ποιοτικού και Φυτοϋγειονομικού Ελέγχου Βόλου

Ελιά ποικιλίες , χαρακτηριστικά , αποδόσης , γεύσης , ότι πρέπει να γνωρίζετε


 

Κάθε ποικιλία ελιάς έχει τα δικά της μοναδικά χαρακτηριστικά χημικών και γεύσεων. Ωστόσο, τα έλαια που παράγονται από την ίδια ποικιλία μπορεί να είναι αρκετά διαφορετικά, ανάλογα με τις παραλλαγές καλλιέργειας, συγκομιδής και επεξεργασίας.

Οι ποικιλίες της ελιάς χωρίζονται ανάλογα με το μέγεθος του καρπού ή με τη χρήση του. Δηλαδή σε μικρόκαρπες, μεσόκαρπες, μεγαλόκαρπες ή σε εκείνες που προορίζονται για ελαιοποίηση (ελαιόλαδο) και σε εκείνες που προορίζονται για επιτραπέζιες (ή κονσερβοποίηση ή αλλιώς οι φαγώσιμες).

Η ΔΟΕ εκτιμά ότι 139 ποικιλίες ελιάς που καλλιεργούνται σε 23 διαφορετικές χώρες αντιπροσωπεύουν περίπου το 85% της παγκόσμιας παραγωγής ελιάς.

Στη χώρα μας υπάρχουν πάνω από 43 διαφορετικές ποικιλίες ελιάς. Για κάθε μία συγκεκριμένη (ταυτοποιημένη) ποικιλία υπάρχουν συνήθως δύο κύριες και τέσσερις με πέντε δευτερεύουσες ονομασίες, κάποιες εκ των οποίων μοιάζουν πολύ με άλλες, με αποτέλεσμα συχνά να υπάρχει σύγχυση ως προς το ποια ποικιλία ελιάς καλλιεργεί κάποιος.

Ελιά Κορωνέικη

Η Κορωνέικη ελιά (Olea Europea var. microcarpa alba) λέγεται και κορωνιά, κορώνι, κρητικιά, βάτσικη, λαδολιά, λιανολιά και ψιλολιά. Είναι παραδοσιακή ποικιλία της Ελλάδας και θεωρείται βασίλισσα των ελληνικών ποικιλιών ελιάς με πατρίδα της την περιοχή της Κορώνης. Είναι ποικιλία μικρόκαρπη χωρίς ιδιαίτερες εδαφοκλιματικές απαιτήσεις ανθεκτική στην ξηρασία και τους ανέμους και προσαρμόζεται ικανοποιητικά σε ξηροθερμικές συνθήκες και πτωχά εδάφη. Σαν δέντρο είναι εύρωστο και μακρόβιο με φύλλα μικρά, λογχοειδή και βαθυπράσινα. Χαρακτηρίζεται από δυο σημαντικά πλεονεκτήματα: την γρήγορη ανάπτυξη και τη υψηλή και σταθερή καρποφορία της (από 50 ως και πάνω από 150 κιλά καρπού κατά δέντρο). Αναπτύσσεται ταχύτερα και καρποφορεί περισσότερο όταν ποτίζεται και λιπαίνεται συστηματικά.

Σε μια συστηματική καλλιέργεια με το κατάλληλο κλάδεμα και πότισμα, η μείωση της παραγωγής την δεύτερη χρονιά περιορίζεται σημαντικά. Ο καρπός είναι μικρός με μέγεθος 12-15 mm κατάλληλος μόνο για ελαιοποίηση. Το μειονέκτημα του μικρού μεγέθους του καρπού της, ξεπερνιέται από το γεγονός ότι το λάδι της με το πρασινοκίτρινο χρώμα του είναι εκλεκτής ποιότητας με φρουτώδη γεύση, εξαιρετικό άρωμα και μεγάλο χρονικό διαστημα αποθήκευσης. Ανθίζει κατά το δεύτερο δεκαπενθήμερο του Απριλίου και ωριμάζει κατά την περίοδο από τέλος Οκτώβρη μέχρι τον Δεκέμβρη έως Γενάρη. Η απόδοση σε λάδι του ελαιοκάρπου κυμαίνεται μεταξύ 15 και 25% (4-5 κιλά ελιές αποδίδουν 1 κιλό λάδι).

Ελιά Καλαμών

Η νυχάτη Καλαμών ή Ελιά Καλαμάτας είναι μια εξαιρετική ποικιλία επιτραπέζιας ελιάς. Καλλιεργείται κυρίως στους νομούς Μεσσηνίας, Λακωνίας, Αιτωλοακαρνανίας, Φθιώτιδας, Κορινθίας, Αργολίδας και Ηλείας. Είναι ποικιλία μεσόκαρπη υψηλής παραγωγικότητας, απαιτητική σε εδαφική και ατμοσφαιρική υγρασία, ανθεκτική στην αλατότητα του εδάφους, καθώς και ανθεκτική στο μύκητα βερτισίλιο. Το βάρος του καρπού κυμαίνεται από 5 ως 6 gr με σχήμα κυλινδοκωνικό με κάμψη μονόπλευρη που μοιάζει με τη ρόγα της ποικιλίας του σταφυλιού «Αετονύχι». Για το λόγο αυτό ονομάζεται και αετονυχολιά ή αετονυχιά Καλαμών. Η επιδερμίδα του καρπού είναι λεπτή και ελαστική και αποκτά βαθύ μαύρο χρώμα στο στάδιο της πλήρους ωριμότητας, ενώ ο πυρήνας του είναι λείος και αποσπάται εύκολα από τη σάρκα. Το γεγονός αυτό την καθιστά ιδανική ποικιλία για την παραγωγή φυσικών μαύρων βρώσιμων ελιών. Το δέντρο της Καλαμών είναι αρκετά εύρωστο, τα κλαδιά του έχουν κατακόρυφη ανάπτυξη και χαρακτηριστικά μεγάλα φύλλα. Η συγκομιδή γίνεται με το χέρι (χτένια) ή με ειδικά ραβδστικά μπαταρίας στο στάδιο της πλήρους ωριμότητας κατά την περίοδο Νοεμβρίου – Δεκεμβρίου.

Ελιά Μεγάρων – Μεγαρίτικη

Μεσόκαρπη ποικιλία με ωοειδές σχήμα καρπού , διπλής χρήσης ,δηλαδή λαδοελιά και επιτραπέζια , πράσινη ή μαύρη. Καλλιεργείται σ΄ όλη την Ελλάδα και ονομάζεται και Βοβωδίτικη, Περαχωρίτικη, Λαδολιά, Χουρμαδολιά, Καλολιά. Είναι δένδρο μετρίων διαστάσεων με μακριά μυτερά φύλλα. Ο καρπός ποικίλλει πάρα πολύ ως προς το μέγεθος και το σχήμα και μοιάζει πολύ με την Κορωνέικη αλλά είναι πιο μεγάλος. Το δένδρο αντέχει πολύ στό ψύχος και στην ξηρασία (καλλιέργεια μη ποτιστική) και είναι πολύ παραγωγικό όταν δέχεται στοιχειώδεις καλλιεργητικές φροντίδες παρέχοντας λάδι αρίστης ποιότητας. Η περιεκτικότητα του καρπού σε λάδι κυμαίνεται γύρω στο 25% και με εντατικότερη καλλιέργεια φθάνει στο 30%, ενώ ο καρπός χρησιμοποιείται και παρασκευή κονσερβών (πράσινες τσακιστές και μαύρες πατητές).

Ελιά Μανάκι – Κοθρέικη

Πολύ γνωστή ποικιλία για λάδι που ωριμάζει με αργούς ρυθμούς με καλύτερη εποχή συγκομιδής από το μέσα Ιανουαρίου μέχρι τις αρχές του Φεβρουαρίου. Ο καρπός της έχει μικρές διαστάσεις με οβάλ ή σφαιρικό σχήμα και βάρος από 2,2-2,9 gr. Χαρακτηριστικό της ποικιλίας Μανάκι είναι ότι αντέχει σε μεγάλο υψόμετρο, όπου άλλες ποικιλίες εκτός από την Αθηνολιά δε μπορούν να αποδώσουν. Καλλιεργείται κυρίως στην Άμφισσα, τους Δελφούς, την Ιτέα, την Αράχοβα, τη Λαμία, την Κυνουρία, την Ερμιόνη και τον Πόρο. Ποικιλία αρκετά ανθεκτική στο κρύο και στους ισχυρούς ανέμους. Αναπτύσσεται καλά σ’ όλα τα εδάφη ακόμα και στα άγονα-πετρώδη αλλά αποδίδει όμως πολύ καλύτερα σε σχετικά γόνιμα εδάφη που συγκρατούν αρκετή υγρασία. Προτιμά εδάφη με pH 7-8, αντέχει όμως και στα ελαφρά όξινα εδάφη και παρουσιάζει επίσης σχετικά καλή αντοχή στην αλατότητα του εδάφους. Συναντάται και με τα ονόματα Γλυκομανάκι, Γλυκομανακολιά.

Χονδροελιά Αγρινίου – Ελιά Αμφίσσης

Η ποικιλία Αμφίσσης ή κονσερβολιά έχει στρογγυλό μεγάλο καρπό, είναι διπλής χρήσης, κυρίως επιτραπέζια αλλά και λαδοελιά. Καλή αντοχή στο ψύχος, και θεωρείτε η «βασίλισσά» των ελιών λόγω της εξαιρετικής μεγάλης απόδοσης ανά δέντρο. Τα δέντρα της ποικιλίας Αμφίσσης γίνονται γενικά ψηλά, από 7-10 μέτρα ύψος αλλά μπορεί να διατηρηθούν και στα 4-5 μέτρα με συχνό κλάδεμα. Παράγουν μια εντελώς ιδιαίτερη ποικιλία βρώσιμων-επιτραπέζιων ελιών με μενεξεδένιο χρώμα, στρόγγυλη σιλουέτα και χορταστική πλούσια σάρκα. Καλλιεργείται σε πολλές περιοχές της Ελλάδος, με διαφορετικά ονόματα, όπως στο Βόλο, όπου έχει πάρει το όνομα «Βολιώτικη», στο Πήλιο με το όνομα «Μαυρελιά», στην Ιστιαία και την Εύβοια ως «Στρογγυλή» ή «Κονσερβοελιά», στο Αγρίνιο, τη Στυλίδα και στην Ήπειρο με το όνομα «Χονδρολιά» και στη Λάρισα και την Αταλάντη ως «Λαδολιά». Είναι η πιο διαδεδομένη ποικιλία βρώσιμης ελιάς μαζί με τη Καλαμών στην Ελλάδα. Τα φύλλα είναι μέσου μεγέθους, επιμηκή, με ευδιάκριτη αιχμή στην κορυφή τους που κάμπτεται προς τα κάτω ενώ ο καρπός είναι μεγάλος (με βάρος από 5-12 gr.), ωοειδής, με σάρκα λευκή τραγανή, που αποσπάται εύκολα από τον πυρήνα (κουκούτσι). Η επιδερμίδα του καρπού είναι λεπτή και ελαστική και παρουσιάζει μεγάλη αντοχή στο ζάρωμα. Συνήθως ο πράσινος καρπός είναι πιο ευαίσθητος από τον ώριμο.

Ελιά Αθηνολιά – Τσουνάτη

Η ποικιλία Αθηνολιά λέγεται επίσης Ματσολιά ή Μαστοειδής, Μουρτολιά και Τσουνάτη. Θεωρείτε ποικιλία μικρόκαρπη έως μεσόκαρπη με μεγάλη ανάπτυξη τα δέντρα της αλλά με μέτρια παραγωγή. Απαιτεί καλό έδαφος και καλλιεργητικές φροντίδες (λίπασμα, καθάρισμα χόρτων, κλπ) και είναι αρκετά ανθεκτική στο κρύο. Παράγει κάθε δυο χρόνια καρπό, ανθίζει μετά τα μέσα Μαΐου, έχει όψιμη ωρίμανση Δεκέμβρης-Ιανουάριος και είναι η μόνη ποικιλία που καλλιεργείται και σε ψηλό υψόμετρο, μέχρι 1.000 μ. Τα δέντρα της φτάνουν τα 10 μέτρα ύψος και έχουν μυτερά φύλλα. Ο καρπός είναι κωνικός, λίγο καμπουρωτός, χρώματος μαύρο ή μαύρος-μωβ όταν είναι ώριμος με περιεκτικότητα σε λάδι 20-30%. Πολλοί την θεωρούν ποικιλία μικτής χρήσης, δίνει όμως λάδι εκλεκτής ποιότητας λεπτόρρευστο και κεχριμπαρένιο χρώμα. Σε περιοχές με πρώιμους παγετούς η συγκομιδή γίνεται νωρίτερα, από τα μέσα Νοεμβρίου, δίνοντας εξαιρετικής ποιότητας αγουρέλαιο το οποίο μπορεί να καταναλωθεί από τον επόμενο Απρίλιο.

Ελιά Χαλκιδικής ή Γαϊδουροελιά

Ποικιλία που καλλιεργείται σχεδόν αποκλειστικά στη Χαλκιδική και είναι γνωστή ως Γαιδουρελιά, λόγω του σχετικά μεγάλου μεγέθους των καρπών της. Η συγκεκριμένη ποικιλία παράγει πράσινους καρπούς κυλινδροκωνικού σχήματος που φέρουν θηλή. Το μέσο βάρος του καρπού κυμαίνεται μεταξύ 6 έως 12 gr, με μέσο όρο οι 120-140 καρποί να ζυγίζουν ένα κιλό. Το χρώμα της επιδερμίδας του καρπού αλλάζει σιγά-σιγά με την πρόοδο της ωρίμανσης, από πράσινο σε πράσινο-κίτρινο, μετά αχυροκίτρινο, ρόδινο και καταλήγει σε ανοιχτό ερυθρό μαύρο, χωρίς όμως να γίνεται ποτέ μαύρο. Αυτός είναι ο λόγος που η συγκομιδή γίνεται όταν είναι πράσινες και έτσι δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως μαύρη επιτραπέζια ελιά. Η ποικιλία αυτή αναπτύσσεται σ’ όλα τα εδάφη ακόμα και σε άγονα πετρώδη. Αποδίδει όμως οπώς και οι άλλες ποικιλίες πολύ καλύτερα σε σχετικά γόνιμα εδάφη που συγκρατούν υγρασία. Προτιμά pH εδάφους 7-8, αντέχει όμως και στα ελαφρά όξινα εδάφη, παρουσιάζοντας επίσης καλή αντοχή στην αλατότητα του εδάφους. Οι επιτραπέζιες-βρώσιμες «Πράσινες Ελιές Χαλκιδικής» που παράγονται από την ποικιλία αυτή χαρακτηρίζονται από μεγάλο μέγεθος καρπού με μεγάλη αναλογία σάρκας προς πυρήνα, με λαμπερό πράσινο–πρασινοκίτρινο χρώμα, λεπτό φρουτώδες άρωμα και γεύση ελαφρώς πικρή, πικάντικη και απουσία αίσθησης λιπαρότητας.

Ελιά Κουτσουρελιά – Πατρινή

Ονομάζεται επίσης και Κουτσουλιέρα, Λαδολιά, Λιανολιά χονδρή, Λιανολιά ψιλή και Πατρινιά. Η περιεκτικότητα του καρπού σε λάδι φτάνει περίπου στο 25% (4 κιλά ελιές δίνουν 1 κιλό λάδι). Είναι μικρόκαρπη ποικιλία (λίγο πιο μεγάλη από την Κορωνέικη) και χρησιμοποιείται κυρίως για την παραγωγή λαδιού καλής ποιότητας. Θεωρείται ποικιλία απαιτητική σε εδαφική υγρασία και γόνιμο έδαφος γι αυτό καλλιεργείται κυρίως στους νομούς Κορινθίας, Αχαΐας, Λακωνίας και Αιτωλοακαρνανίας που τα εδάφη γενικά είναι πολύ καλής ποιότητας. Σαν δένδρο φτάνει σε ύψους 5–7 m, με φύλλα βαθυπράσινα, μήκους 4 cm και πλάτους 1 cm. Ο καρπός έχει σχήμα κυλινδροκωνικό με μέσο βάρος 1,20 gr και η σχέση της σάρκας προς τον πυρήνα του καρπού είναι 5:1.

Ελιά Θρούμπα – Θάσου

Είναι ποικιλία γενικά απαιτητική σε εδαφική υγρασία γι αυτό και δεν μπορεί να καρποφορήσει σε ξηροθερμικές περιοχές ή τις χρονιές με μεγάλη ξηρασία. Ευδοκιμεί σε βαθιά και γόνιμα εδάφη και για να αποδώσει καλά έχει ανάγκη από σωστές καλλιεργητικές φροντίδες (λίπασμα, καταστροφέα χόρτων, κλπ). Επίσης πολλοί λένε ότι έχει και αυξημένες ανάγκες σε ψύχος. Τα δέντρα αναπτύσσονται ορθόκλαδα με ύψους 5-10 m. Τα φύλλα της είναι πράσινα στην επάνω επιφάνεια και φαιοπράσινα στην κάτω, με μήκος 6 cm και πλάτος 1,50 cm. Ο καρπός είναι μετρίου μεγέθους με βάρος 2,5-5 gr και θεωρείται ποικιλία διπλής χρήσης. Ο καρπός εάν μαζευτεί δίνει λάδι σε ποσοστό 28-30%, ή εάν το αφήσουμε πάνω στο δέντρο δίνει τις βρώσιμες ελιές που είναι γνωστές ως «ΘΡΟΥΜΠΕΣ». Oι καρποί με υψηλή υγρασία και σχετικά υψηλή θερμοκρασία στο τέλος του φθινόπωρου, υφίστανται (λόγω δράσης του μύκητα phoma oleae) μια φυσική ζύμωση και χάνουν την πικράδα τους, ενώ είναι ακόμα στο δέντρο. Έτσι οι ελιές αποκτούν φυσιολογικά μία ευχάριστη γλυκιά γεύση, χωρίς καμία ανθρώπινη επεξεργασία με μόνη εργασία που χρειάζεται να είναι η διαλογή τους. Η ανάπτυξη του μύκητα της ζύμωσης ευνοείται όταν υπάρχουν πολλές εναλλαγές υψηλής υγρασίας και ηλιοφάνειας ή από το μικροκλίμα κάθε περιοχής. Εάν οι ελιές παραμείνουν στο δέντρο μέχρι το Μάρτιο-Απρίλιο τότε παραωριμάζουν, στραγγίζουν όλα τα υγρά τους και φυσικά γλυκαίνουν. Η ελιά Θρούμπα είναι διαδεδομένη ευρύτατα στον Ελληνικό χώρο. Εκτεταμένες καλλιέργειες υπάρχουν στην Κρήτη, στη Στερεά Ελλάδα, στα νησιά του Αιγαίου και στη Θάσο, όπου η καλλιεργούμενη ελιά εκεί παράγει τις γνωστές επιτραπέζιες ελιές «Θρούμπες Θάσου».

Μέτρα αντιμετώπισης των ασθενειών του ξύλου στο αμπέλι

0

 Μέτρα αντιμετώπισης των ασθενειών του ξύλου στο αμπέλι, οι οποίες μπορούν να προκαλέσουν σοβαρές απώλειες στην επόμενη παραγωγή, συστήνει το Περιφερειακό Κέντρο Προστασίας Φυτών, Ποιοτικού και Φυτοϋγειονομικού Ελέγχου Ιωαννίνων.

Οι αμπελοπαραγωγοί προκειμένου να αποφύγουν τυχόν μολύνσεις από ασθένειες ξύλου, η εργασία του κλαδέματος να γίνεται με ξηρό καιρό. Όπου δεν είναι εφικτό να αποφεύγονται οι μεγάλες τομές, να επικαλύπτετε την τομή με ένα προστατευτικό (πάστα) ή πλαστικό χρώμα που πρέπει να εφαρμόζεται (με πινέλο) ή επινώτιο ψεκαστήρα αμέσως μετά το κλάδεμα (εντός 24 ωρών).

Να απολυμαίνονται τα εργαλεία κλαδέματος με καθαρό οινόπνευμα ή διάλυμα χλωρίνης 10%. Η απολύμανση να γίνεται τακτικά, αν είναι δυνατόν πριν το πέρασμα στο επόμενο πρέμνο και οπωσδήποτε αν κατά τις τομές παρατηρήθηκαν ύποπτα συμπτώματα ασθενειών ξύλου.

Εξυγίανση

Καταβάλετε κάθε δυνατή προσπάθεια να εξαιρεθούν με το κλάδεμα κεφαλές, κληματίδες, βραχίονες που παρουσιάζουν ξηράνσεις, μη φυσιολογικό χρώμα, κακή ξυλοποίηση σκασίματα κλπ. Τυχόν πρέμνα που έχουν επισημανθεί, από το περασμένο καλοκαίρι να είναι μολυσμένα από ασθένειες του ξύλου, να αφήνονται να κλαδευτούν τελευταία.

Στα προσβεβλημένα πρέμνα μπορεί να γίνεται προσπάθεια ανασχηματισμού τους, με τομές (10 εκατοστά) κάτω από το προσβεβλημένο ξύλο, που θα γίνονται μετά από διαδοχικές απολυμάνσεις του πριονιού προσπαθώντας να αποκαλύψουμε το υγιές ξύλο. Αν δεν είναι δυνατόν να γίνει ανασχηματισμός το ασθενές πρέμνο να ξεριζώνεται.

Τα προσβεβλημένα κούτσουρα, (ξύλο μεγαλύτερο των 2 ετών) κορμοί, βραχίονες και τα πρέμνα που εκριζώνονται πρέπει να καταστρέφονται με φωτιά από όλους τους αμπελουργούς. Το ξύλο ενός έτους, οι κληματίδες δηλαδή, δεν είναι απαραίτητο να καίγεται και μπορεί να ενσωματώνεται στο έδαφος μετά από θρυμματισμό του.

Συμπτώματα

Ίσκα: κιτρίνισμα των φύλλων ανάμεσα από τα νεύρα και μάρανση έως ξήρανση της μιας πλευράς ή ολόκληρου του φυτού,

Ευτυπίωση: καχεκτική βλάστηση της μιας πλευράς ή καθολική.

Φόμοψη: εμφάνιση μικρών γωνιωδών κηλίδων με ανοιχτοπράσινο χρωματισμό που στη συνέχεια γίνεται καστανομελανός.

συμπτώματα

Σε περιοχές που η Ευτυπίωση προκαλεί σοβαρές απώλειες συνιστάται η διαμόρφωση των πρέμνων με το σύστημα των διπλών κορμών στο οποίο ο κάθε κορμός φέρει το ήμισυ του ενδεδειγμένου αριθμού ματιών. Επίσης έχει διαπιστωθεί ότι συστήματα διαμόρφωσης των πρέμνων όπως το παραδοσιακό κύπελλο και τα υποστηριγμένα γραμμωτά σχήματα, εξασφαλίζουν μικρότερη πιθανότητα μόλυνσης των φυτών λόγω του μικρότερου μεγέθους των τομών που γίνονται.

Σχετικά με τη Φόμοψη, η ασθένεια μπορεί να αντιμετωπισθεί και χημικά με τη διενέργεια 1-3 προληπτικών ψεκασμών, ανάλογα με τις καιρικές συνθήκες κατά την περίοδο της βλάστησης. Ο πρώτος γίνεται στην έκπτυξη των ματιών, ο δεύτερος μετά το σχηματισμό του πρώτου φύλλου και ο τρίτος στο στάδιο των 2 – 3 φύλλων.

Για τις υπόλοιπες ασθένειες του αμπελιού οι ψεκασμοί αυτή την εποχή δεν έχουν καμία αποτελεσματικότητα και δεν είναι δικαιολογημένοι.

Πηγή – Περιφερειακό Κέντρο Προστασίας Φυτών, Ποιοτικού και Φυτοϋγειονομικού Ελέγχου Ιωαννίνων

Επιστροφή στις ντόπιες ελληνικές φυλές

0


 

Την ανάγκη επιστροφής στις ντόπιες ελληνικές φυλές, που διαθέτουν το κατάλληλο γενετικό υπόβαθρο και είναι πιο ανθεκτικές στις επιπτώσεις της κλιματικής αλλαγής, ώστε η Ελλάδα, αξιοποιώντας το πλεονέκτημα που διαθέτει, να βγει μπροστά στην παγκόσμια αγορά -υπό προϋποθέσεις- υπογραμμίζει ο καθηγητής στο Tμήμα Kτηνιατρικής στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης (ΑΠΘ) Γιώργος Αρσένος, επικεφαλής στο Εργαστήριο Ζωοτεχνίας.

«Η Ελλάδα έχει το πλεονέκτημα, σε πολλές ντόπιες φυλές προβάτων και αιγών, να έχει τη δεξαμενή των ανθεκτικών γονιδίων», εξηγεί, μιλώντας στο Αθηναϊκό/Μακεδονικό Πρακτορείο Ειδήσεων, ο κ. Αρσένος, κι αναφέρεται σε ορισμένες απ’ αυτές τις φυλές: Χίου, Καλαρρύτικο, Σερρών και Μυτιλήνης, καθώς και η εγχώρια ελληνική αίγα.

«Αυτό που πρέπει να γίνει στη χώρα μας είναι να αναδειχθεί η ιδιαιτερότητα της ελληνικής παραγωγής και του φιλοπεριβαλλοντολογικού χαρακτήρα, κυρίως στον τομέα της αιγοπροβατοτροφίας», τονίζει ο καθηγητής του ΑΠΘ.

Σημειώνει, ωστόσο, πως η ανθεκτικότητα και προσαρμοστικότητα των φυλών απέναντι στην κλιματική αλλαγή είναι η μία παράμετρος, που αν και βασική, ωστόσο από μόνη της δεν επαρκεί προκειμένου η αλυσίδα της κτηνοτροφίας να ανταπεξέλθει με επιτυχία στις συνθήκες που έχουν διαμορφωθεί παγκοσμίως.

Έτσι, κατά τον καθηγητή του ΑΠΘ, πρέπει να προχωρήσει άμεσα στη χώρα μας ο επανασχεδιασμός και η σωστή διαχείριση των συστημάτων εκτροφής (ιδιαίτερα των σταβλικών εγκαταστάσεων), ώστε να επιτευχθεί η πολυπόθητη μεγιστοποίηση της ποσότητας των παραγόμενων προϊόντων με λιγότερα ζώα, που όμως θα είναι πιο παραγωγικά, υγιή και ευπροσάρμοστα στην κλιματική αλλαγή.

«Η βιώσιμη εντατικοποίηση είναι μονόδρομος», τονίζει ο κ. Αρσένος κι εξηγεί πως «τη στιγμή που οι επενδύσεις στον κλάδο της κτηνοτροφίας προβλέπεται ότι την επόμενη 15ετία θα φθίνουν συνεχώς, την ίδια ώρα, εμείς, πρέπει να πετύχουμε αύξηση παραγωγικότητας ανά μονάδα γης ή άλλων πηγών, είτε με τη βελτίωση του δείκτη μετατρεψιμότητας της τροφής, ποσότητα γάλακτος/αγελάδα, αριθμός χοιριδίων/χοιρομητέρα, μέση ημερήσια αύξηση παχυνόμενων ζώων και αύξηση της ανθεκτικότητας και προσαρμοστικότητας των ζώων». Κατά τον ίδιο, το «κλειδί» για την επίτευξη του προαναφερόμενου στόχου, είναι η βελτίωση γενοτύπου των ζώων.

«Μπορούμε να κάνουμε έναν στρατηγικό σχεδιασμό για την ορεινή κτηνοτροφία, και να φτιάξουμε ένα νέο brand», σημειώνει, επισημαίνοντας πως είναι ιδιαίτερα σημαντικό να διερευνηθεί το πώς θα αξιοποιηθούν οι εγχώριες πρώτες ύλες, που μπορούν να χρησιμοποιηθούν ως προσθετικά ζωοτροφών και οδηγούν στη μείωση της παραγωγής αερίων από την πέψη της τροφής στο πεπτικό σύστημα των μηρυκαστικών.

Σημαντικό κατά τον ίδιο, είναι επίσης να αξιολογηθούν οι χρηματοδοτικές ροές με άξονα την κλιματική αλλαγή και να επιτευχθεί άμεση σύνδεση με την παραγωγικότητα των ζώων και την ενσωμάτωση καινοτομιών σε επίπεδο εκτροφής. «Αν δεν αξιοποιήσουμε στη χώρα μας τα συστήματα κυκλικής γεωργίας, στοχεύοντας έτσι στη μείωση του κόστους παραγωγής, πώς θα πετύχουμε την ανταγωνιστικότητα της ελληνικής κτηνοτροφίας παγκοσμίως;», διερωτάται.

Επιπλέον, κατά τον καθηγητή του ΑΠΘ, θα πρέπει να εντοπιστούν και να αξιολογηθούν οι σχετικές με τον κλάδο της κτηνοτροφίας καινοτομίες που υπάρχουν στη χώρα μας, ώστε να επιτευχθεί τεχνολογική αναβάθμιση της παραγωγής από το χωράφι όπου παράγονται οι ζωοτροφές, μέχρι και τη βιομηχανία που παραλαμβάνει τα προϊόντα για μεταποίηση. 

Βέβαια, όπως λέει, εάν δεν δούμε τη δυνατότητα ανάπτυξης απλοποιημένων εργαλείων λήψης αποφάσεων για τους κτηνοτρόφους, η ενσωμάτωση και χρησιμοποίηση νέων τεχνολογιών από πλευράς τους, δεν θα τυγχάνει της αιτούμενης αποδοχής. Έμφαση θα πρέπει να δοθεί και στις διαχειριστικές πρακτικές για την αναπαραγωγή, τη διατροφή, το σταβλισμό και το άρμεγμα, ώστε να βελτιωθούν η υγεία και η ευζωία των ζώων, «δίνοντας νέα ταυτότητα στα προϊόντα ζωικής παραγωγής».

Οι επιπτώσεις της κλιματικής αλλαγής στην κτηνοτροφία

Η αύξηση της θερμοκρασίας, λόγω της κλιματικής αλλαγής, επηρεάζει την παραγωγή και την ποιότητα των παραγόμενων ζωικών προϊόντων, με τις απότομες και ακραίες εναλλαγές της θερμοκρασίας να προκαλούν θερμική καταπόνηση στα ζώα και ν’ αυξάνουν τη νοσηρότητα και θνησιμότητά τους. Οι επιδράσεις στην υγεία των ζώων, λόγω της κλιματικής αλλαγής, θα επηρεάσουν τη βιομηχανία γάλακτος και κρέατος σημαντικά, τόσο από πλευράς ποσότητας όσο και ποιότητας, ενώ η απομάκρυνση των ζώων από εκεί που βοσκούν σήμερα, θα σημάνει την επιστροφή της άγριας πανίδας και την έλευση εξωτικών νοσημάτων.

Σύμφωνα με τα μοντέλα πρόβλεψης, στη Νότια Ευρώπη, όπου ανήκει γεωγραφικά και η Ελλάδα, προβλέπεται ότι λόγω της κλιματικής αλλαγής θα υπάρξει μειωμένη βλάστηση στους βοσκοτόπους, λόγω του συνδυασμού των υψηλών θερμοκρασιών και της έλλειψης βροχής, γεγονός που σημαίνει ότι τα ζώα θα πρέπει να βρουν άλλους τρόπους να τραφούν. Έτσι, «χρειαζόμαστε ζώα ανθεκτικά και αποδοτικά και που μπορούν εύκολα να προσαρμοστούν στην κλιματική αλλαγή χωρίς να μειωθεί η απόδοσή τους», επισημαίνει ο καθηγητής.
Αναγνωρίζοντας την αμφίδρομη σχέση μεταξύ της κλιματικής αλλαγής και της ζωικής παραγωγής, o κ. Αρσένος υπενθυμίζει ότι με βάση τα νούμερα που δίνονται τα τελευταία χρόνια, επιρρίπτεται η ευθύνη στα ζώα για την κλιματική αλλαγή σε ποσοστό 15,5%, αντίστοιχο με αυτό της συνεισφοράς των Μέσων Μαζικής Μεταφοράς. 

Επίσης φέρονται να συμβάλλουν στο 9% περίπου του διοξειδίου του άνθρακα στο περιβάλλον, στο 65% σε ό,τι αφορά τα αέρια του αζώτου, 37% περίπου του μεθανίου και 64% της αμμωνίας.

«Τα νούμερα αυτά τα βλέπουμε με μεγάλη επιφύλαξη», επισημαίνει ο καθηγητής του ΑΠΘ, εξηγώντας ότι από το 1981 έχουν γίνει περισσότερες από 266.000 εργασίες σχετικές με την κλιματική αλλαγή, από τις οποίες οι 1.726 αφορούν τη ζωική παραγωγή. «Βλέπουμε ότι η σχέση κλιματικής αλλαγής/ζωικής παραγωγής δεν έχει διερευνηθεί σε βάθος», τονίζει ο κ. Αρσένος και προσθέτει ότι «η εκτροφή προβάτων και γιδιών μάλλον καλό κάνει, παρά κακό στην κλιματική αλλαγή».

Σε ό,τι αφορά τα μηρυκαστικά, παραδέχεται ότι πρέπει να γίνει περαιτέρω έρευνα και συζήτηση, για να καταστεί πιο σαφές και ξεκάθαρος ο ρόλος της ζωικής παραγωγής σε σχέση με την κλιματική αλλαγή.

«Κάποιοι ωφελούνται και θα ωφεληθούν από τη μείωση της ζωικής παραγωγής και δεν είναι τυχαίο που τα τελευταία χρόνια εμφανίζονται ολοένα και πιο έντονα το εναλλακτικό κρέας και η εναλλακτική πρωτεΐνη. Πίσω απ’ όλα αυτά βρίσκονται τεράστια κεφάλαια που κερδοσκοπούν», ισχυρίζεται ο κ. Αρσένος, σύμφωνα με τον οποίο το κρέας αποτελεί αναντικατάστατη τροφή για τον άνθρωπο, ενώ οι ανάγκες μέχρι το 2050 θα αυξηθούν σε ποσοστό άνω του 50%, με βάση τον ρυθμό αύξησης του παγκόσμιου πληθυσμού.

Πηγή – eleftheria.gr