Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο επεξεργάζεται τροπολογίες που αλλάζουν ριζικά τον τρόπο έγκρισης των δραστικών ουσιών φυτοπροστασίας, με στόχο να τεθεί χρονικό όριο εκεί όπου σήμερα προβλέπονται εγκρίσεις αόριστης διάρκειας. Το θέμα εντάσσεται στην ευρύτερη αναθεώρηση του Κανονισμού (ΕΚ) 1107/2009, στο πλαίσιο της πρότασης της Επιτροπής για απλούστευση και ενίσχυση των κανόνων ασφάλειας τροφίμων και ζωοτροφών (COM(2025)1030), που συζητείται στις κοινοβουλευτικές επιτροπές Περιβάλλοντος και Γεωργίας.
Για τον αγρότη, η αλλαγή έχει άμεση πρακτική σημασία: όσο πιο σύντομη η διάρκεια έγκρισης μιας δραστικής ουσίας, τόσο συχνότερα κρίνεται εκ νέου η διαθεσιμότητά της στην αγορά — με κίνδυνο διακοπών ή καθυστερήσεων στην ανανέωση σκευασμάτων που χρησιμοποιούνται σε καλλιέργειες.
Τι προβλέπει η πρόταση για τη διάρκεια έγκρισης
Σύμφωνα με το κείμενο που επεξεργάζονται οι ευρωβουλευτές, «η ανανέωση της έγκρισης δραστικών ουσιών χορηγείται για περίοδο που δεν υπερβαίνει τα 15 έτη» («The renewal of approval of active substances shall be granted for a period not exceeding 15 years»). Η διάταξη αυτή αντικαθιστά το ισχύον καθεστώς, όπου πολλές δραστικές ουσίες μπορούν να λαμβάνουν έγκριση αόριστης διάρκειας.
Το ζήτημα αυτό αποτελεί ένα από τα πιο αμφιλεγόμενα σημεία της αναθεώρησης, καθώς έχουν κατατεθεί δεκάδες εναλλακτικές τροπολογίες με διαφορετικές προτάσεις χρονικών ορίων — από 5 έως 20 έτη, ανάλογα με την κατηγορία ουσίας (χαμηλού κινδύνου, υποψήφιες για υποκατάσταση, ή ουσίες με αβεβαιότητες στην αξιολόγηση κινδύνου).
Η διαδικασία «στοχευμένης επανεξέτασης»
Παράλληλα με τη διάρκεια έγκρισης, οι τροπολογίες εισάγουν έναν νέο μηχανισμό ελέγχου: την «στοχευμένη επανεξέταση» (targeted reassessment). Όπως αναφέρεται στο κείμενο, «η Επιτροπή μπορεί να ξεκινήσει στοχευμένη επανεξέταση της έγκρισης δραστικών ουσιών οποτεδήποτε» («The Commission may initiate a targeted reassessment of the approval of active substances at any time»), προκειμένου να επιβεβαιωθεί ότι συγκεκριμένα κριτήρια έγκρισης εξακολουθούν να πληρούνται υπό το πρίσμα νέων επιστημονικών δεδομένων.
Η διαφορά με την κλασική διαδικασία ανανέωσης είναι ουσιαστική: η στοχευμένη επανεξέταση δεν απαιτεί πλήρη επανυποβολή φακέλου, αλλά επικεντρώνεται σε συγκεκριμένες παραμέτρους κινδύνου που έχουν εντοπιστεί — για παράδειγμα, νέα στοιχεία για την τοξικότητα ή περιβαλλοντική επιβάρυνση. Αν η δραστική ουσία δεν ικανοποιήσει τα κριτήρια που εξετάζονται, η έγκρισή της μπορεί να ανακληθεί με ταχύτερη διαδικασία απ’ όσο θα απαιτούσε μια πλήρης επανεξέταση.
Αρκετοί ευρωβουλευτές έχουν προτείνει η στοχευμένη επανεξέταση να γίνει ο βασικός τρόπος ελέγχου ήδη εγκεκριμένων ουσιών, ώστε να απελευθερωθούν πόροι από την επανάληψη πλήρων αξιολογήσεων σε δεδομένα που έχουν ήδη κριθεί ασφαλή, εστιάζοντας σε νέα επιστημονικά ευρήματα.
Τι σημαίνει για τη διαθεσιμότητα σκευασμάτων
Η μετάβαση από εγκρίσεις αόριστης διάρκειας σε χρονικά περιορισμένες εγκρίσεις έχει άμεσο αντίκτυπο στη σταθερότητα της αγοράς φυτοπροστατευτικών. Όσο μικρότερη η περίοδος έγκρισης, τόσο πιο συχνά απαιτείται η κατάθεση νέων φακέλων ανανέωσης από τις εταιρείες — μια διαδικασία που, όπως δείχνει η εμπειρία των τελευταίων ετών, μπορεί να καθυστερήσει σημαντικά λόγω φόρτου εργασίας στους αρμόδιους οργανισμούς αξιολόγησης.
Οι τροπολογίες προβλέπουν επίσης μεταβατικές διατάξεις για ουσίες που έχουν ήδη εγκριθεί πριν την έναρξη ισχύος του νέου κανονισμού, με στόχο να αποφευχθεί απότομη διακοπή διαθεσιμότητας σκευασμάτων που ήδη κυκλοφορούν. Το πώς ακριβώς θα εφαρμοστεί αυτή η μετάβαση εξαρτάται από την τελική μορφή που θα λάβει το κείμενο μετά τις ψηφοφορίες στις επιτροπές.
Παράλληλα με το ζήτημα της διάρκειας έγκρισης, εξετάζεται και η πρόταση για απαγόρευση εξαγωγής ουσιών που δεν επιτρέπονται πλέον εντός ΕΕ — ζήτημα διακριτό από τη διάρκεια εγκρίσεων, που εξετάζεται ξεχωριστά.
Η συζήτηση βρίσκεται ακόμη σε φάση τροπολογιών στις κοινοβουλευτικές επιτροπές, χωρίς να έχει διαμορφωθεί ακόμη τελικό κείμενο συμφωνίας. Ο μεγάλος αριθμός εναλλακτικών προτάσεων —από πλήρη κατάργηση των αόριστων εγκρίσεων έως διατήρησή τους για ουσίες χαμηλού κινδύνου— δείχνει ότι το θέμα θα απασχολήσει τους θεσμούς της ΕΕ για αρκετούς μήνες ακόμη, πριν καταλήξει σε ψηφισμένη διάταξη.
Πηγή: europarl.europa.eu


