Η αγορά ελαιολάδου στη Μεσόγειο συσσωρεύει πιέσεις από πολλές κατευθύνσεις ταυτόχρονα: η Τυνησία ολοκλήρωσε το πρώτο 8μηνο της εμπορικής περιόδου 2025/2026 με εξαγωγές 352.000 τόνων και έσοδα 1,3 δισ. ευρώ, η Ισπανία κατέγραψε τον Ιούνιο τις χαμηλότερες μηνιαίες πωλήσεις ελαιολάδου εδώ και καιρό, ενώ τα αποθέματα σε Ισπανία και Ιταλία έχουν εκτιναχθεί σε επίπεδα που ανησυχούν τον κλάδο. Για τους Έλληνες παραγωγούς, η εικόνα αυτή σημαίνει ένα πράγμα: η πίεση στις τιμές παραγωγού δεν έχει τελειώσει.
Τα νέα στοιχεία αποτελούν τη συνέχεια μιας ιστορίας που παρακολουθούμε από τον Ιανουάριο, όταν η Τυνησία διεκδικούσε 100.000 τόνους quota στην ΕΕ, τον Απρίλιο με τον διπλασιασμό των εξαγωγών της στους 184.000 τόνους και τον Ιούνιο με την ανάδειξή της σε 2η παραγωγό χώρα παγκοσμίως. Τώρα έχουμε τα πρώτα επίσημα 8μηνα αθροίσματα.
Τυνησία: 352.000 τόνοι, +56,7% — και η ΕΕ τα αγοράζει
Τα νούμερα των τυνησιακών αρχών για το 8μηνο Νοεμβρίου 2025–Ιουνίου 2026 είναι ξεκάθαρα:
| Δείκτης | Τιμή |
| Συνολικές εξαγωγές | ~352.000 τόνοι (+56,7% έναντι 2024/25) |
| Έσοδα | 4,39 δισ. δηνάρια (1,3 δισ. ευρώ, +45%) |
| Έξτρα παρθένο ελαιόλαδο | ~293.400 τόνοι (83% του συνόλου) |
| Πωλήσεις χύμα | 86,3% του συνολικού όγκου |
| Μέση τιμή εξαγωγής (Ιούνιος) | 13,68 δηνάρια/κιλό (4,05 €/κιλό, +3,1% ετησίως) |
Ποιος αγοράζει; Κατά 56,8% η ΕΕ — δηλαδή πάνω από 199.000 τόνοι κατευθύνθηκαν στην ευρωπαϊκή αγορά. Ακολουθεί η Βόρεια Αμερική (24,2%), η Ασία (11,3%) και η Αφρική (3,9%). Μεγαλύτερος αγοραστής: Ισπανία (32,4%), Ιταλία (19,7%), ΗΠΑ (19,4%). Είναι χαρακτηριστικό ότι οι δύο χώρες που εισάγουν μαζικά τυνησιακό χύμα λάδι για να το τυποποιήσουν, είναι ταυτόχρονα οι χώρες που «πνίγονται» σε αποθέματα.
Αξίζει να σημειωθεί ότι η Τυνησία λειτουργεί χωρίς τον αμερικανικό δασμό 10% που επιβλήθηκε στις ευρωπαϊκές εξαγωγές — μια ασυμμετρία που είχαμε αναλύσει πριν από λίγες ημέρες και που ενισχύει περαιτέρω τη θέση της στη Βόρεια Αμερική.
Ισπανία: Αποθέματα 683.000 τόνων, πωλήσεις σε χαμηλό
Η ισπανική αγορά δίνει μικτά σήματα. Τα αποθέματα τον Ιούνιο ανέρχονται σε 683.345 τόνους (419.283 σε ελαιοτριβεία, 258.237 σε εμφιαλωτήρια, 5.825 κοινοτικά αποθέματα), ενώ οι μηνιαίες πωλήσεις έπεσαν στους 95.104 τόνους — χαμηλό επίπεδο που αποδίδεται εν μέρει στις εμπορικές τριβές με τις ΗΠΑ.
«Αυτό είναι ένα σαφές σημάδι ότι η αγορά υποφέρει, κυρίως λόγω της ζημίας στη φήμη που προκλήθηκε από τον ανταγωνισμό μας με τις ΗΠΑ και την επακόλουθη μείωση της κατανάλωσης ισπανικού ελαιολάδου στη χώρα αυτή», δήλωσε ο Luis Carlos Valero, διευθυντής ASAJA-Jaén, προσθέτοντας ότι εκτιμά πως πάνω από 300.000 τόνοι θα παραμείνουν στην αγορά κατά τον Αύγουστο.
Απέναντι σε αυτή την εικόνα, το Ισπανικό Υπουργείο Γεωργίας (MARA) προχωρά σε δημόσια διαβούλευση για μηχανισμό απόσυρσης πλεονάζοντος ελαιολάδου, με προθεσμία υποβολής παρατηρήσεων έως τις 13 Αυγούστου 2026. Το μέτρο, βασισμένο στο Βασιλικό Διάταγμα 84/2021, προβλέπει απόσυρση αποθεμάτων έως την επόμενη περίοδο ή διάθεσή τους για μη διατροφικές χρήσεις — αλλά η ενεργοποίησή του εξαρτάται από την επιβεβαίωση πραγματικής υπερπροσφοράς. Θυμίζουμε ότι ο ίδιος μηχανισμός είχε ανακοινωθεί και πέρσι, χωρίς τελικά να ενεργοποιηθεί.
Ένας ακόμη παράγοντας που ανατρέπει τις εκτιμήσεις: δύο κύματα καύσωνα τον Ιούλιο στην Εξτρεμαδούρα. Η APAG Extremadura ASAJA ζητά επιφυλακτικότητα στις προβλέψεις για τη νέα σεζόν (επίσημη εκτίμηση: 1.298.502 τόνοι), επισημαίνοντας ότι οι παραδοσιακοί ελαιώνες «εμφανίζουν ήδη σαφή σημάδια έλλειψης νερού». Η τελική εικόνα θα ξεκαθαρίσει μετά το καλοκαίρι.
Παράλληλα, το Μαρόκο εμφανίζεται ξαφνικά ως νέος προμηθευτής: από 103 τόνους εισαγωγών ισπανικής αγοράς τον Ιανουάριο–Απρίλιο 2025, έφτασε στους 10.385 τόνους την ίδια περίοδο του 2026 — αύξηση σχεδόν 100πλάσια. Το μερίδιό του στις ισπανικές εισαγωγές ανέβηκε από 2,01% σε 7,48%. Ένα φαινόμενο που αναλύσαμε αναλυτικά εδώ.
Ιταλία: Αποθέματα 258.000 τόνων και απαγόρευση ανάμειξης
Η Ιταλία κινείται σε παρόμοιο μήκος κύματος. Τα αποθέματα στα τέλη Ιουνίου ανέρχονται σε 258.480 τόνους — από 176.000 τόνους την αντίστοιχη περίοδο του 2025. Από αυτά, 121.609 τόνοι είναι ιταλικό έξτρα παρθένο, υπερδιπλάσιο ποσό σε σχέση με πέρσι. Οι μηνιαίες πωλήσεις ιταλικού EVOO διαμορφώνονται γύρω στους 11.000 τόνους — υποτονικές, όπως και στην ισπανική αγορά.
| Περιοχή | Αποθέματα (τόνοι) |
| Απουλία | 85.643 |
| Τοσκάνη | 46.044 |
| Καλαβρία | ~31.000 |
| Ούμπρια | 25.568 |
| Σικελία | 17.391 |
| Ξένο ελαιόλαδο (σύνολο) | ~85.000 (εκ των οποίων >60.000 από ΕΕ) |
Στο πολιτικό επίπεδο, ο Ιταλός Υπουργός Γεωργίας Francesco Lollobrigida ανακοίνωσε στις 14 Ιουλίου 2026 ότι επίκειται η απαγόρευση ανάμειξης παρθένου και έξτρα παρθένου ελαιολάδου — ένα μέτρο που ζητούσαν εδώ και καιρό η Coldiretti και η Unaprol.
«Σήμερα λάβαμε μια σημαντική δέσμευση από τον υπουργό και για αυτό τον ευχαριστούμε. Το επόμενο βήμα πρέπει να είναι η ενίσχυση του συστήματος ελέγχου, με τη χρήση νέων μεθοδολογιών και επέκταση του δικτύου των εργαστηρίων», δήλωσε ο David Granieri, πρόεδρος της Unaprol και εθνικός αντιπρόεδρος της Coldiretti.
Η λογική πίσω από το μέτρο είναι απλή: ένα προϊόν χαμηλότερης ποιότητας (παρθένο) δεν μπορεί να «αναβαθμιστεί» μέσω ανάμειξης με έξτρα παρθένο. Τα τελευταία στοιχεία ελέγχων μιλούν για πάνω από 5 εκατ. κιλά ελαιολάδου που ελέγχθηκαν και κατασχέσεις αξίας 10,3 εκατ. ευρώ.
Τι σημαίνει όλο αυτό για τους Έλληνες παραγωγούς
Η εικόνα που διαμορφώνεται είναι ανησυχητική: ρεκόρ εξαγωγών από Τυνησία, ογκώδη αποθέματα στις δύο μεγαλύτερες αγορές της ΕΕ, υποτονικές πωλήσεις, αβεβαιότητα για την ισπανική παραγωγή λόγω καύσωνα. Ο μηχανισμός απόσυρσης της Ισπανίας, αν ενεργοποιηθεί, θα μπορούσε να σταθεροποιήσει κάπως τις τιμές — αλλά η ενεργοποίησή του δεν είναι δεδομένη.
Για τους Έλληνες παραγωγούς, που ήδη βλέπουν πιέσεις στις τιμές παραγωγού, η ισπανική μελέτη κόστους από τον AEMO αποτελεί ένα χρήσιμο σημείο αναφοράς: ακόμα και στην Ισπανία, με τους πιο αποδοτικούς αρδευόμενους ελαιώνες (κόστος 3,08 €/κιλό), η σταθμισμένη μέση τιμή παραγωγού (~3,26 €/κιλό) αφήνει ελάχιστο περιθώριο — και οι παραδοσιακοί ελαιώνες λειτουργούν ήδη με ζημία. Η ελληνική πραγματικότητα, με κατακερματισμένους μικρούς ελαιώνες και υψηλό κόστος εργασίας, είναι ακόμα πιο εκτεθειμένη στις διεθνείς πιέσεις τιμών.
