Για ξένες πολιτείες και δη την Αλβανία καταλήγει ένα μεγάλο μέρος από τα φετινά κέρδη των ελαιοπαραγωγών.
Είτε μέσω των παχυλών μεροκάματων που εισπράττουν φέτος και μάλιστα πολλές φορές με όρους εκβιαστικούς για τους Έλληνες παραγωγούς, είτε μέσω των συμφωνιών για μισιακά λιοστάσια, ένα είναι γεγονός φέτος. Ότι ένα μεγάλο μέρος από τα κέρδη του ελαιολάδου και των βρώσιμων ελιών, καταλήγει στην Αλβανία.
Όπως τονίζουν μιλώντας στο Agronewsbomb επαγγελματίες γεωργοί – ελαιοπαραγωγοί ”φέτος ένα μεγάλο μέρος των κτημάτων με ελιές κυρίως ελαιοποιήσιμες αλλά και βρώσιμες έχουν καταλήξει σε Αλβανούς εργάτες. Στις ελαιοποιήσιμες (π.χ. Κορωνέικη) οι περισσότερες συμφωνίες αφορούν τα λεγόμενα μισιακά με ένα ποσοστό 60-40 υπέρ των Αλβανών, οι οποίοι έχουν επωφεληθεί τα μέγιστα από τις υψηλές τιμές του ελαιολάδου την εφετινή χρονιά”.
”Οι περισσότεροι παραγωγοί Έλληνες που κάνουν συμφωνίες για μισιακά είναι κυρίως άνθρωποι ετεροεπαγγελματίες που κατοικούν σε πόλεις. Αυτοί τα προηγούμενα χρόνια έκαναν μόνο… έξοδα με αποτέλεσμα να απογοητευθούν και να τα παρατήσουν. Οι Αλβανοί εργάτες από την άλλη που έχουν το… ατού της προσωπικής εργασίας και δεν έχουν θέμα με τα εργατικά, επωφελήθηκαν από τη συγκυρία και φέτος μαζεύουν κέρδη με τέτοιες τιμές”, προσθέτει ο ίδιος Έλληνας παραγωγός.
Τώρα για τη νέα σεζόν, με τις τιμές τόσο ψηλά, τα δεδομένα αλλάζουν και οι ιδιοκτήτες ζητούν πολλά περισσότερα για ενοικίαση των χωραφιών τους είτε για μισιακά.
Οι ανθρώπινες δραστηριότητες των δύο τελευταίων αιώνων, απέτυχαν να διατηρήσουν βιώσιμη ισορροπία άνθρακα (C) μεταξύ α. έδαφος και υπεδάφους και β. της ατμόσφαιρας και των ωκεανών. Αυτός είναι, πιθανά, ο κύριος λόγος για μεγάλες διαταραχές του πλανήτη, όπως η υπερθέρμανση, η οξίνιση του θαλασσινού νερού, η κλιματική αλλαγή, η μειωμένη παραγωγικότητα των αγρών και η ερημοποίηση των εδαφών.
Μια απλοποιημένη περιγραφή θα ήταν η εξής:
Έχουμε πάρα πολύ C στην ατμόσφαιρα και αυξάνεται, και πολύ λίγο C στο έδαφος και μειώνεται.
Σε λίγα χρόνια, οι απαιτήσεις σε τρόφιμα θα πρέπει να καλύψουν τις ανάγκες περίπου 10 δισεκατομμυρίων ανθρώπων. Είναι μια πρόκληση, που έρχεται αντιμέτωπη με πολλούς αρνητικούς παράγοντες και προβλέψεις .
Η σύγχρονη υψηλή τεχνολογία, στην οποία οι άνθρωποι φαίνεται να βασίζονται, δεν έχει ακόμη προσφέρει σημαντική βοήθεια στην παγκόσμια επάρκεια τροφής . Στον τομέα αυτό, μάλλον κατ’ ευφημισμό , είναι υψηλή .
Η καλύτερη κατανόηση της Μητέρας Φύσης, καθώς και ορισμένων αρχαίων ανθρώπινων, σοφών πρακτικών, μπορεί μάλλον να βοηθήσει πολύ περισσότερο.
Η λέξη biochar, αποτελεί αγγλικό νεολογισμό, που προέρχεται από την ελληνική λέξη «βίος» (ζωή) και «char» από το κάρβουνο
ΒΙΟΑΝΘΡΑΚΑΣ (BIOCHAR)
Ο βιοάνθρακας, είναι ένα είδος πυρογενούς άνθρακα (κάρβουνου), που παρασκευάζεται από την ανθρακοποίηση ή απανθράκωση ( πυρόλυση ) της υπολειμματικής βιομάζας.
Ορίζεται ως: ”το στερεό υλικό που λαμβάνεται από τη θερμοχημική μετατροπή της βιομάζας σε περιβάλλον περιορισμένο σε οξυγόνο” (International Biochar Initiative). Η λέξη biochar, αποτελεί αγγλικό νεολογισμό, που προέρχεται από την ελληνική λέξη «βίος» (ζωή) και «char» από το κάρβουνο.
Ο βιοάνθρακας, είναι ένα μαύρο, στερεό, πορώδες, ενεργό υλικό, που μπορεί να παραμείνει, σχεδόν αναλλοίωτο, για αιώνες και χιλιετίες στο έδαφος. Αυτή η ανθεκτικότητα, τον καθιστά ένα τέλειο μέσο για, σχεδόν μόνιμη, δέσμευση και αποθήκευση του άνθρακα στο έδαφος(PyCCS), αφαιρώντας αντίστοιχες ποσότητες από την ατμόσφαιρα.
Έχει πολλές ιδιότητες και τη φιλοδοξία να εκτιμηθεί ως το Νο1 υλικό της βιώσιμης ανάπτυξης γιατί:
– προέρχεται από απόβλητα βιομάζας, που λειτουργούν σήμερα κυρίως ως ρύποι .
– μπορεί να ενισχύσει την αειφορία και να αυξήσει την γεωργική παραγωγικότητα.
–μπορεί να βοηθήσει στην διατήρηση των δασών και της άγριας ζωής.
– μπορεί να βελτιώσει την υγεία και την απόδοση των κτηνοτροφικών ζώων και να μειώσει τη σχετική ρύπανση.
– μπορεί να λειτουργήσει κατά της ερημοποίησης της γης.
– μπορεί να αντικαταστήσει πολλά υλικά που προέρχονται από μη βιώσιμες πηγές.
– έχει πολλές χρήσεις στη βιομηχανία και συνεχώς αναδύονται νέες.
– μπορεί να απενεργοποιήσει τοξικές ουσίες, βαρέα μέταλλα και άλλους επιμολυντές και ρύπους.
Είναι φανερό ότι, ένα νέο επιστημονικό πεδίο, σχετικά με την κατανόηση, την παραγωγή, την ποιοτική αξιολόγηση, τις χρήσεις και τις εφαρμογές του βιοάνθρακα, αναπτύσσεται ραγδαία. Μπορεί να παραχθεί με μερικούς διαφορετικούς τρόπους και σε πολλές κλίμακες.
Δεν αφορά μόνο βιομηχανικές μονάδες και εξειδικευμένους επιστήμονες, αλλά και μικρούς αγρότες και απλούς κηπουρούς.
Σχεδόν ο καθένας μπορεί να φτιάξει τον δικό του βιοάνθρακα και να τον χρησιμοποιήσει, με προϋπόθεση να έχει κατανοήσει μερικές βασικές αρχές .
Κάθε χρόνο, η παραγωγή ελαιολάδου και επιτραπέζιας ελιάς, στις Μεσογειακές χώρες, καταλείπει τεράστιες ποσότητες υπολειμματικής βιομάζας.
Στην Ελλάδα, 2,5 εκατομμύρια τόνοι ελαιοκλαδεμάτων παράγονται ετησίως.
Πρόκειται για μια σημαντική πηγή ρύπανσης, η οποία προκαλεί περιβαλλοντικούς κινδύνους, κυρίως λόγω ανεπαρκούς διαχείρισης.
Η πυρόλυση αυτής της υπολειμματικής βιομάζας, μπορεί να προσφέρει ενέργεια και τον πολύτιμο βιοάνθρακα, μειώνοντας τις περιβαλλοντικές επιπτώσεις της ελαιοκαλλιέργειας.
Με την υιοθέτηση κατάλληλων καλλιεργητικών τεχνικών και τη συμβολή του βιοάνθρακα, δεν είναι δύσκολο η ελαιοκομία και τα προϊόντα της, να οδηγηθούν σε αρνητικό αποτύπωμα άνθρακα και να αποκτήσουν την ανάλογη προστιθέμενη αξία .
Η ελαιοκομία έτσι, θα γίνει μία από τις λύσεις του προβλήματος του φαινομένου του θερμοκηπίου .
Σπεύσατε, να ενημερωθείτε περισσότερο και να αναλάβετε δράση!
Οι πιο γνωστές και ευρύτερα χρησιμοποιούμενες μορφές χαλκού για καλλιέργειες είναι οι εξής:
Θειικός χαλκός
Η γνωστή μας γαλαζόπετρα, έχει εφαρμογή με ψεκασμό μετά το κλάδεμα καρποφόρων δέντρων και αμπελιού, για την απολύμανση του εδάφους με πότισμα, για τον εμπλουτισμό του εδάφους με χαλκό, καθώς και για τnν επάλειψη των κορμών των δέντρων για απολύμανση από ασθένειες.
Βορδιγάλειος πολτός
Eίναι θειικός χαλκός σε συνδυασμό με ασβέστη. Είναι ιδιαίτερα φυτοτοξικός και χρησιμοποιείται μόνο το χειμώνα σε φυτά και δέντρα άνω των 3 ετών.
Δε συνδυάζεται στην εφαρμογή του ψεκασμού με προϊόντα θρέψης (λιπάσματα).
Υδροξείδιο του χαλκού
Έχει μέτριο βαθμό φυτοτοξικότητας, σημαντική διάρκεια δράσης, εκτεταμένη εφαρμογή με ψεκασμό στις περισσότερες καλλιέργειες και δυνατότητα συνδυασμού κατά τον ψεκασμό με προιόντα θρέψης (λιπάσματα).
Οξυχλωριούχος χαλκός
Έχει μικρό βαθμό φυτοτοξικότητας, μεγάλη διάρκεια δράσης και εκτεταμένη εφαρμογή στις περισσότερες καλλιέργειες για την αντιμετώπιση αρκετών ασθενειών, καθώς και ευρεία δυνατότητα συνδυασμού κατά τον ψεκασμό με προϊόντα θρέψης (λιπάσματα).
Γλυκονικός χαλκός
Είναι υγρός χαλκός που χρησιμοποιείται με ψεκασμό είτε με πότισμα ως λίπασμα για την αντιμετώπιση των συμπτωμάτων έλλειψης χαλκού (τροφοπενία) στις διάφορες καλλιέργειες.
Tips
Αρχικά προτείνεται η χρήση βορδιγάλειου πολτού, ή υδροξειδίου του χαλκού νωρίς τον χειμώνα μετά την πτώση των φύλλων και μέχρι τα τέλη Φεβρουαρίου ενώ αργότερα μπορεί να γίνει εφαρμογή του οξυχλωριούχου χαλκού ή πάλι υδροξειδίου του χαλκού που είναι λιγότερο φυτοτοξικοί για να μην κινδυνεύει η νέα βλάστηση την Άνοιξη.
Όταν αρχίσει η νέα βλάστηση και ανθοφορία των φυτών δεν πρέπει να γίνεται χρήση βορδιγάλειου πολτού και να χρησιμοποιούμε το υδροξείδιο του ή οξυχλωριούχο.
Ο οξυχλωριούχος χαλκός και το υδροξείδιο είναι λιγότερο τοξικός από τον βορδιγάλειο πολτό αλλά έχει μικρότερη προσκολλητική ικανότητα, γι΄ αυτό πρέπει να ψεκάζεται μέχρι απορροής ή με χρήση προσκολλητικού.
Δεν χρησιμοποιείται στην άνθηση των φυτών και λίγο πριν από αυτή.
Έχει μεγάλο εύρος δράσης κατά πολλών μυκήτων σε πυρηνόκαρπα, μηλοειδή, ελιά, καλλωπιστικά, κυπαρρισοειδή, ανθοφόρα, λαχανικά φυτά και στο αμπέλι. Ο χαλκός εκτός από μυκητοκτόνο δράση έχει και σημαντική βακτηριοκτόνο δράση.
Χρησιμοποιείται για την αντιμετώπιση και προστασία από βακτήρια όπως το βακτηριακό κάψιμο της αχλαδιάς και το βακτηριακό έλκος των πυρηνοκάρπων.
Η δράση του χαλκού εναντίων των βακτηρίων ενισχύει και την άμυνα των φυτών στους παγετούς.
Μόνο η κλιματική αλλαγή αλλά και η αύξηση του κόστους παραγωγής μπορεί να ανακόψουν τη δυναμική πορεία των σιτηρών στην ΕΕ, καθώς σύμφωνα με τις τελευταίες γεωργικές προοπτικές της Κομισιόν, προβλέπεται οι αποδόσεις του ευρωπαϊκού προϊόντος να παραμείνουν σταθερές έως και το 2035.
Ο αγροτικός τομέας βρίσκεται σε διαδικασία προσαρμογής τόσο στην κλιματική αλλαγή όσο και στις αλλαγές των προτιμήσεων των καταναλωτών, ενώ τα επόμενα χρόνια η ανθεκτικότητα των αγροτών της ΕΕ θα συνεχίσει να δοκιμάζεται. Γι’ αυτό, η Κομισιόν στις γεωργικές προοπτικές 2023 -2035, εξετάζει τους κύριους παράγοντες, που θα μπορούσαν να επηρεάσουν το μέλλον της ευρωπαϊκής γεωργίας, όπως η κλιματική αλλαγή, η καταναλωτική ζήτηση, οι αλλαγές στη διάρθρωση του αγροτικού τομέα καθώς και οι γεωργικές και εμπορικές πολιτικές.
Οι αποδόσεις
Οι αποδόσεις των σιτηρών στην ΕΕ προβλέπεται να παραμείνουν σταθερές από σήμερα έως το 2035. Τυχόν αρνητικές επιπτώσεις στις αποδόσεις αναμένεται να προέλθουν μόνο από την κλιματική αλλαγή, τους περιορισμούς στη διαθεσιμότητα του προϊόντος αλλά και την αυξημένη τιμή γεωργικών εισροών, όπως για παράδειγμα των φυτοπροστατευτικών προϊόντων.
Παράλληλα, αναμένεται ότι η παραγωγή των σιτηρών θα αυξηθεί. Σύμφωνα με τις προβλέψεις, αυτό θα μπορέσει να επιτευχθεί σε σύντομο χρονικό διάστημα εφόσον αξιοποιηθούν για τη βελτίωση της βιωσιμότητας της καλλιέργειας, η γεωργία ακριβείας, η εναλλαγή καλλιεργειών και η βελτίωση της υγείας του εδάφους. Στην κατεύθυνση αυτή, οι τεχνολογικές βελτιώσεις θα μπορέσουν να υποστηρίξουν περαιτέρω την παραγωγή.
Σε σύγκριση με τον μέσο όρο της περιόδου 2021-2023, οι αποδόσεις σιταριού εκτιμάται ότι θα μειωθούν ελαφρώς έως το 2035 κατά 0,1 %. Αυξημένες όμως, αναμένονται οι αποδόσεις για τον αραβόσιτο κατά 4,5 % και το κριθάρι κατά 1,4 %, καθώς οι αποδόσεις ήταν ασυνήθιστα χαμηλές το 2022 και το 2023. Επίσης, το «χάσμα» αποδόσεων στο σιτάρι και τον αραβόσιτο μεταξύ των χωρών της ΕΕ προβλέπεται να μειωθεί, καθώς αναμένεται ότι θα επανέρθουν οι αποδόσεις του σιταριού.
Εκτιμήσεις για την παραγωγή
Το 2035, η συνολική παραγωγή σιτηρών στην ΕΕ αναμένεται να φτάσει τους 281,2 εκατ. τόνους (1,4 εκατ. τόνους πάνω από το 2021-2023). Η παραγωγή τόσο μαλακού όσο και σκληρού σιταριού εκτιμάται ότι θα αυξηθεί ελαφρώς σε 128,5 εκατ. τόνους και 7,5 εκατ. τόνους, αντίστοιχα, το 2035 (έναντι 127,7 εκατ. τόνων και 7,4 εκατ. τόνων το 2021-2023), κυρίως λόγω της μικρής αύξησης της έκτασης καλλιέργειας σιταριού.
Παράλληλα, η παραγωγή αραβοσίτου προβλέπεται να αυξηθεί κατά 3% σε 64 εκατ. τόνους το 2035 (έναντι 62,1 εκατομμυρίων τόνων το 2021-2023), αντανακλώντας τόσο τη μικρή αύξηση της καλλιεργήσιμης έκτασης όσο και την αύξηση των αποδόσεων.
Ωστόσο, η παραγωγή κριθαριού αναμένεται να μειωθεί κατά 3,4% έως 49,1 εκατ. τόνους το 2035 (σε σύγκριση με 50,9 εκατομμύρια τόνους το 2021-2023), καθώς η μείωση της καλλιεργήσιμης έκτασης δεν μπορεί να αντισταθμιστεί από τη βελτίωση της απόδοσης.
Τι θα γίνει με την κατανάλωση και το εμπόριο
Μείωση της χρήσης δημητριακών για ζωοτροφές, αλλά αύξηση της κατανάλωσης και του εμπορίου προβλέπει η Κομισιόν.
Ειδικότερα, η χρήση δημητριακών για ζωοτροφές στην ΕΕ αναμένεται να μειωθεί, φτάνοντας τους 152,1 εκατ. τόνους το 2035 (μείωση κατά 3 % σε σύγκριση με την περίοδο 2021-2023). Αυξημένη όμως, λόγω της στροφής σε φυτικές δίαιτες, αναμένεται η ανθρώπινη κατανάλωση δημητριακών, η οποία προβλέπεται ότι θα φθάσει τους 61,5 εκατ. τόνους το 2035 (αύξηση κατά 1,4% σε σύγκριση με το 2021-2023).
Θετικές όμως είναι οι προβλέψεις για το εμπόριο, καθώς αυξημένες κατά 14,6% (συγκριτικά με την περίοδο 2011 – 2023) αναμένονται οι ποσότητες για το σιτάρι, το κριθάρι και τον αραβόσιτο, οι οποίες εκτιμάται ότι θα φθάσουν σε 60,5 εκατομμύρια τόνους το 2035.
Όμως, οι εισαγωγές αραβόσιτου προβλέπεται να μειωθούν σε 13,5 εκατ. τόνους το 2035 (μείωση κατά 13,6% σε σύγκριση με την περίοδο 2021-2023), ενώ οι εισαγωγές σκληρού σιταριού αναμένεται να μειωθεί κατά 16,8% φτάνοντας τους 1,7 εκατ. τόνους το 2035.
Αυξημένες αναμένονται όμως οι εξαγωγές, καθώς οι ποσότητες μαλακού σιταριού και κριθαριού εκτιμάται ότι θα φτάσουν τους 33,5 εκατ. τόνους και 10,2 εκατ. τόνους, αντίστοιχα, το 2035 (και οι δύο ποσότητες θα είναι αυξημένες κατά 21% σε σύγκριση με την περίοδο 2021 – 2023).
Δήλωση-βόμβα του προέδρου της ΕΕΚΕ, Απόστολου Ραυτόπουλου για την τιμή του ελαιολάδου.
Όπως εκτίμησε ο κ. Ραυτόπουλος μιλώντας στην τηλεόραση του ΑΝΤ1, η τιμή του ελαιόλαδου αναμένεται να φτάσει τα 30 ευρώ το λίτρο το 2024. «Αυτές είναι οι ενδείξεις που έχουμε», συμπλήρωσε και ανέφερε ενδεικτικά πως «αυτή τη στιγμή έφυγε από παραγωγό Λακωνίας ελαιόλαδο στην τιμή των 9,38 ευρώ».
Παράλληλα μίλησε για τις τιμές του έξτρα παρθένου ελαιόλαδου. « Το έξτρα παρθένο ελαιόλαδο επώνυμο έχει αυτή τη στιγμή 17,98 ευρώ σε μια από τις μεγαλύτερες αλυσίδες σούπερ μάρκετ. Υπάρχει άλλο επώνυμο ελληνικό ελαιόλαδο, το οποίο αυτή τη στιγμή πωλείται από 15,64 ευρώ έως και 18,80 ευρώ στις αλυσίδες σούπερ μάρκετ», είπε.
Εν συνεχεία έκανε ένα crash test τιμών ελαιόλαδου μεταξύ Ελλάδας και Ελβετίας. « Σήμερα το έξτρα παρθένο ελαιόλαδο στην Ελβετία έχει 10,45 ευρώ. Και της ίδιας εταιρείας αυτό το έξτρα παρθένο ελαιόλαδο έχει στην Ελλάδα έχει 14,40 ευρώ. Αυτό γίνεται γιατί υπάρχει ασυδοσία στην αγορά. Αυτή είναι η αλήθεια» τόνισε.
Το ελαιόλαδο θα ανέβει κι άλλο, λένε και οι Ισπανοί
Για δεύτερη συνεχή χρονιά, η Ισπανία αντιμετωπίζει παραγωγή ελαιολάδου πολύ κάτω από τον ιστορικό μέσο όρο (766.000 τόνοι), γεγονός που προβλέπει ισχυρές εντάσεις στην αγορά του ελαιολάδου, επειδή οι τιμές του ελαιολάδου θα συνεχίσουν να αυξάνουν τους επόμενους μήνες.
«Δεν βλέπουμε πτώση στις τιμές του ελαιολάδου βραχυπρόθεσμα, είναι ζήτημα προσφοράς και ζήτησης», δήλωσε η υπουργός Γεωργίας της Ανδαλουσίας, Κάρμεν Κρέσπο, αφού παρουσίασε σήμερα στη Χαέν την ικανότητα για την επόμενη εκστρατεία ελιάς.
Παρά την ελαφρά αύξηση της παραγωγής, ο ελαιώνας υπέστη και πάλι υδατική καταπόνηση (33% σύμφωνα με τη Γεωργία), υποφέρει από θερμοκρασίες άνω του μέσου όρου και βιώνει μια δεύτερη εκστρατεία ελάχιστων μετά την περσινή, που ήταν η χειρότερη του αιώνα. Και αυτό θα έχει ως αποτέλεσμα τα χαμηλότερα αποθέματα ελαιολάδου να είναι διαθέσιμα τις τελευταίες δύο δεκαετίες, γεγονός που αναμένει ότι οι εντάσεις θα συνεχιστούν σε μια αγορά που έχει δει τις τιμές του ελαιολάδου να διπλασιάζονται σε μόλις ένα χρόνο και ήδη ξεπερνούν τα 10 ευρώ το κιλό.
Η κλιμάκωση των τιμών του ελαιολάδου δεν υποχωρεί: το λίτρο ξεπερνά ήδη τα 10 ευρώ
Από την Ανδαλουσία, την κοινότητα που συγκεντρώνει το 80% της ελαιοπαραγωγής, απαιτούν από την κυβέρνηση του έθνους να αναλάβει τις εκκρεμείς υδραυλικές υποδομές και επίσης να επωφεληθεί ο ελαιώνας από τη συλλογή του αναγεννημένου νερού.
Οι ελαιοπαραγωγοί ζητούν μέτρα σοκ ενόψει μιας κατάστασης που ο Luis Carlos Valero, από την Asaja Jaén, περιγράφει ως «καταστροφική». Κατά τη γνώμη του, «όσο και αν κοστίζει το προϊόν λόγω έλλειψης αποθεμάτων, δεν αποζημιώνεται ούτε η αύξηση του κόστους για τον αγρότη ούτε η έλλειψη προϊόντος».
Λαμβάνοντας υπόψη έναν σύνδεσμο ή ένα απόθεμα εκστρατείας που στην Ανδαλουσία είναι 232.000 τόνοι, η διαθεσιμότητα πετρελαίου θα είναι 782.600 τόνοι στην κοινότητα. «Αν και είναι μια σύντομη σύνδεση, δεν πρόκειται να φτάσουμε σε κατάσταση ελλείψεων», είπε ο Valero.
Ο Juan Luis Ávila, υπεύθυνος για το COAG Olive Grove στην Ανδαλουσία, απαιτεί «χρηματοδότηση για να σωθούν εκείνες οι οικογένειες που δεν είχαν συγκομιδή και βρίσκονται σε κατάσταση πρακτικού κλεισίματος των αγροκτημάτων τους». Κατά τη γνώμη του, στην ανομβρία των δύο τελευταίων εκστρατειών πρέπει να προσθέσουμε και την υπέρογκη αύξηση του κόστους παραγωγής (ενεργειακό, φυτοϋγειονομικό…), που ανέρχεται σε αύξηση 115%.
Οι συνέπειες της μείωσης θα γίνουν αισθητές και στη δημιουργία θέσεων εργασίας. Φέτος αναμένονται 15,7 εκατ. μισθοί, εκ των οποίων τα 5,7 εκατ. θα δαπανηθούν για τη συγκομιδή της ελιάς. Το PSOE προτρέπει την κυβέρνηση της Ανδαλουσίας να εγκρίνει ένα έκτακτο σχέδιο απασχόλησης για την ανακούφιση των επιπτώσεων της εκστρατείας της ελιάς. Επιπλέον, πολιτικά κόμματα και αγροτικές οργανώσεις έχουν ζητήσει εξαίρεση από την απαίτηση εργασίας για πρόσβαση στην είσπραξη της γεωργικής επιδότησης.
Συμφωνία με την τυροκομική επιχείρηση Θυμέλη έκλεισε ο Ελαιουργικός Κτηνοτροφικός Αγροτικός Συνεταιρισμός Άντισσας για την πώληση του γάλακτος των μελών του.
Συγκεκριμένα η συμφωνία προβλέπει ότι η τιμή του πρόβειου γάλακτος διαμορφώνεται στα 1,40 ευρώ ανά κιλό για το «συμβατικό» γάλα και στα 1,42 ευρώ για το πρόβειο βιολογικό γάλα. Η Πρόεδρος του Συνεταιρισμού Βάγια Καρίνου δήλωσε στο «Ν» πως η απόφαση αυτή ήταν αναγκαστική για τον Συνεταιρισμό καθώς πολλοί κτηνοτρόφοι είχαν προχωρήσει σε ατομικές συμφωνίες με τις τυροκομικές επιχειρήσεις του νησιού.
Η τακτική αυτή, τονίζει η κ. Καρίνου, αδυνατίζει την διαπραγματευτική θέση των συνεταιρισμών που αδυνατούν να πιέσουν τις τυροκομικές επιχειρήσεις για καλύτερες τιμές γάλακτος. Επίσης, η πρόεδρος του Συνεταιρισμού, αναφέρει πως η τακτική της καθυστέρησης προσδιορισμού των τιμών που ακολούθησαν οι τυροκομικές επιχειρήσεις εξανάγκασε τους κτηνοτρόφους να αποδεχθούν τις τιμές που ήθελαν οι τυροκόμοι.
Για να δουν καλύτερες μέρες οι κτηνοτρόφοι και να αποκτήσουν διαπραγματευτική δύναμη οι κτηνοτροφικοί συνεταιρισμοί του νησιού η κ. Καρίνου σημειώνει πως είναι ανάγκη να δημιουργηθούν στην Λέσβο 4 – 5 μεγάλοι κτηνοτροφικοί συνεταιρισμοί που θα έχουν ισχυρή βάση.
Ως πότε το ελληνικό ελαιόλαδο θα πωλείται στις διεθνείς αγορές ως Ιταλικό και Ισπανικό;
Το ελληνικό ελαιόλαδο, που θεωρείται από τα καλύτερα στον κόσμο, πωλείται στις διεθνείς αγορές ως Ιταλικό και Ισπανικό. Τι φταίει;
Συχνά οι οικονομικές κρίσεις κρύβουν μεγάλες ευκαιρίες, αυτό τουλάχιστον υποστηρίζουν οι έμποροι.
Η φετινή εκτόξευση της τιμής του ελαιολάδου στα 10 ευρώ το λίτρο, με τους ελαιοπαραγωγούς να εκτιμούν ότι μπορεί να φτάσει και στα 30(!) την επόμενη χρονιά, θα μπορούσε να είναι μια πολύ καλή ευκαιρία κέρδους για τους Έλληνες παραγωγούς.
Οι Financial Times, που έφτασαν έως την Μεσσηνία για να δουν από κοντά την περιοχή της Ελλάδας που διατηρεί εδώ και δεκαετίες την φήμη του καλύτερου ελαιολάδου παγκοσμίως – κάτι σαν «χρυσός» που συνδέεται με τη μεσογειακή διατροφή – εκτιμούν ότι θα μπορούσαν οι Έλληνες παραγωγοί να επωφεληθούν από τις παγκόσμιες συγκυρίες εάν…
Στη Μεσσήνη, στο ελαιουργείο του Παναγιώτη Μητσέα, που οι ντόπιοι φέρνουν τα σακιά με τις φρεσκοκομμένες ελιές τους περιμένοντας υπομονετικά να ζυγιστούν, να πλυθούν, να τεμαχιστούν και να μετατραπούν στον πολύτιμο «υγρό χρυσό» αποτυπώνονται οι σκληρές αλήθειες για την ελληνική παραγωγή.
Η φετινή σοδειά, που θεωρείται από τις φτωχότερες των τελευταίων 60 χρόνων, φέρνει στην επιφάνεια τις παθογένειες της ελληνικής αγροτικής παραγωγής.
Το ελληνικό παράδοξο
Σε μια χώρα που ο καρπός της ελιάς είναι ταυτισμένος με την παράδοση, οι Eλληνες παραγωγοί, που κατέχουν την τρίτη θέση παγκοσμίως, πουλάνε ακόμη και σήμερα χύμα ελαιόλαδο υψηλής ποιότητας στους μεγαλύτερους ανταγωνιστές τους, την Ισπανία και την Ιταλία, οι οποίοι το συσκευάζουν πολυτελώς και το πωλούν ως δικό τους στις παγκόσμιες αγορές.
Ο Γιώργος Οικονόμου, γενικός διευθυντής του Sevitel, ενός ομίλου εταιρειών ελαιολάδου με έδρα την Αθήνα υποστηρίζει ότι «δεν φταίνε οι κακοί Ισπανοί και Ιταλοί, αλλά η δική μας αδυναμία να προσθέσουμε αξία στο ελληνικό ελαιόλαδο και να το πουλήσουμε».
Το παράδοξο συνεχίζεται και στην εσωτερική αγορά, όπου οι Έλληνες παραδοσιακά αγοράζουμε ελαιόλαδο μεταξύ μας, σε μια άτυπη αγορά, η αξία της οποίας φτάνει τα 500 εκατ. ευρώ το χρόνο.
Το πολύτιμο ελαιόλαδο φτάνει στα σπίτια μας μέσα σε τενεκέδες, χωρίς πολλές φορές να έχει περάσει από επίσημο ποιοτικό έλεγχο, με μόνη πιστοποίηση την διαβεβαίωση του κουμπάρου, του θείου ή του γνωστού, ότι προέρχεται από τις ελιές στο χωριό του.
Ο Εμμανουήλ Γιαννούλης, πρόεδρος της Εθνικής Διεπαγγελματικής Οργάνωσης Ελαιολάδου, υποστηρίζει ότι μέσα από τέτοιες αγοροπωλησίες διοχετεύεται συχνά νοθευμένο ελαιόλαδο, καθώς σε τυχαίους ελέγχους που έγιναν, πάνω από τα δύο τρίτα του δείγματος ελαιολάδου δεν πληρούσε τις απαραίτητες προϋποθέσεις.
Αυτό αντιστοιχεί στο 82% των 300.000 τόνων τυπικής ετήσιας παραγωγής ελαιολάδου της Ελλάδας, το οποίο ωστόσο θεωρείται εξαιρετικό παρθένο υψηλής ποιότητας.
Η Χριστίνα Στριμπάκου, ιδιοκτήτρια του LIÁ, ενός βραβευμένου ελαιολάδου υψηλής ποιότητας, είναι μια από τις δεκάδες επιχειρηματίες που θέλει να βάλει τα ελληνικά προϊόντα σε πολυτελή καταστήματα τροφίμων στο εξωτερικό.
Όμως το γεγονός ότι το ελληνικό ελαιόλαδο συχνά φέρει ξένη ετικέτα αλλοιώνει την ικανότητά του να κατακτήσει την κορυφή στις διεθνείς αγορές.
«Πέρυσι, όταν η ισπανική και η ιταλική παραγωγή μειώθηκε κατά 40% λόγω ακραίων ξηρασιών, η Ελλάδα είχε μια καλή χρονιά με 350.000 τόνους παραγωγής. Όμως αντί να εκμεταλλευτούμε την έλλειψη ιταλικών και ισπανικών προϊόντων και να τοποθετήσουμε το ελληνικό μας ελαιόλαδο στα ράφια των διεθνών σούπερ μάρκετ, απλώς τους βοηθήσαμε να διατηρήσουν τη θέση τους πουλώντας τους το δικό μας χύμα», είπε η Στριμπάκου.
Η προσπάθεια της εδώ και χρόνια να πείσει έστω και λίγους έλληνες παραγωγούς να μην «επενδύουν» στα άμεσα κέρδη αλλά στο μέλλον της παραγωγής και του προιόντος τους, είχε ως αποτέλεσμα το ελληνικό ελαιόλαδο να βρίσκεται ως επώνυμο προϊόν στα ράφια κορυφαίων καταστημάτων όπως το βρετανικό Waitrose.
Κλιματική αλλαγή, κλοπές και νοθείες
Η κλιματική αλλαγή και ο ασυνήθιστα ζεστός καιρός από το φθινόπωρο έχει μειώσει την παραγωγή ελαιολάδου κατά δύο τρίτα φέτος, καθώς ο καρπός της ελιάς είναι αφυδατωμένος.
Τα τελευταία δύο χρόνια η παραγωγή σε όλες τις χώρες της Μεσογείου έχει μειωθεί κατακόρυφα ευνοώντας την εκτόξευση της τιμής του τόσο στις εγχώριες αγορές όσο και σε παγκόσμιο επίπεδο.
Οι αγρότες στη Ρόδο είδαν το περασμένο καλοκαίρι 50.000 ελαιόδεντρα να καταστρέφονται στις φονικές πυρκαγιές. Οι τιμές του ελαιολάδου -που περιγράφεται από τον Όμηρο ως «υγρός χρυσός»- έχουν διπλασιαστεί σε ένα χρόνο φτάνοντας τις 9.000 ευρώ ανά τόνο.
Εκτός από την κλιματική αλλαγή όμως, οι αγρότες έχουν έρθει αντιμέτωποι και με φαινόμενα κλοπής της παραγωγής τους, με πολλούς να λαμβάνουν μέτρα για να απωθήσουν τους επίδοξους κλέφτες.
Την χαριστική βολή δίνουν οι έμποροι, που για να κάνουν πιο προσιτή την τιμή του ελαιολάδου στα ράφια, το νοθεύουν με κακής ποιότητας έλαια αλλοιώνοντας την ποιότητά του αλλά και το ελληνικό brand name.
Τόπος μαγικός και αγαπημένος για το φυσικό κάλλος του, τον πολιτισμό, τις γεύσεις του, ιδανικός για διακοπές και απολαύσεις. Ο λόγος για το βορειανατολικό Πήλιο, εκείνο το κομμάτι του βουνού των μυθικών Κενταύρων, που με το κεφαλοχώρι του τη Ζαγορά και τα εννέα κοντινά χωριά, ξεχωρίζει τόσο για τις ομορφιές του όσο και για την πλούσια παραγωγή καρπών και φρούτων …
Περισσότερο γνωστά είναι τα περίφημα μήλα της περιοχής, που θεωρούνται κορυφαίας ποιότητας και μαζί τους, οι μικρότεροι συγγενείς τους, τα φιρίκια, με το μοναδικό άρωμα και γεύση, προϊόντα του τόπου που κανείς δεν κατάφερε να αντιγράψει ή έστω να τα πλησιάσει γευστικά.
Αυτός είναι ο ξεχωριστός θησαυρός της Ζαγοράς και των γύρω οικισμών της. Είναι ο τόπος όπου το μικροκλίμα της περιοχής, με τις πολλές βροχές, την αυξημένη υγρασία και την αρκετή σκίαση δημιουργούν έδαφος γόνιμο που παράγει αυτούς τους εξαιρετικούς καρπούς.
Οι άνθρωποι αντιλήφθηκαν τον θησαυρό του τόπου τους και δεν τον άφησαν ανεκμετάλλευτο. Δούλεψαν, συνεργάστηκαν και ανταμείφθηκαν. Ίδρυσαν το 1906 τον συνεταιρισμό τους, τον Αγροτικό Συνεταιρισμό Ζαγοράς, ο οποίος εφέτος συμπληρώνει 106 χρόνια ζωής και αποτελεί πρότυπο όχι μόνο για τη λειτουργία του αλλά και για την εξέλιξή του.
Όλα ξεκίνησαν τον 18ο αιώνα, όταν στην περιοχή αυτή του Πηλίου παράγονταν ως μονοκαλλιέργεια τα περίφημα φιρίκια, τα οποία ήταν περιζήτητα. Ωστόσο, λίγο πριν τον μεγάλο πόλεμο, δοκιμάστηκε η αμερικανική ποικιλία Starking και η επιτυχία της ήταν τέτοια που ξεπέρασε κάθε προσδοκία. Κοντά σε αυτά, που αποτελούν πλέον σχεδόν το 90% της συνολικής παραγωγής, φυτεύτηκαν και άλλες ποικιλίες που αναπτύχθηκαν και «έδεσαν» με το κλίμα της Ζαγοράς. Είναι τα πράσινα μήλα, τα μπανανόμηλα, τα κιτρινόμηλα ακόμα και τα ξινόμηλα.
Παντού κυριαρχεί το σήμα με το τοπόσημο της περιοχής «Ζαγορίν», σήμα κατατεθέν για την ποιότητα που μόνο ο Συνεταιρισμός μπορεί να προσφέρει. Με τα χρόνια, η Ζαγορά και τα γύρω χωριά της, δεν έμειναν μόνο στον Τουρισμό, αλλά συνέχισαν να μεγαλώνουν τον «θησαυρό» τους, καλλιεργώντας συστηματικά και άλλα φρούτα. Τα αχλάδια, τα ακτινίδια, τα κεράσια, ακόμη και τα μεγαλόκαρπα φημισμένα κάστανα του Πηλίου. Όλα με πολύ μεράκι, αλλά και κόπο από τους κατοίκους της περιοχής, οι οποίοι είναι όλοι τους ενταγμένοι στον Συνεταιρισμό.
Ο δήμαρχος Ζαγοράς- Μουρεσίου Παναγιώτης Κουτσάφτης, μιλώντας στο Αθηναικό/Μακεδονικό Πρακτορείο Ειδήσεων, υπενθύμισε ότι ”η οικονομία του Δήμου στηρίζεται σε δύο πυλώνες: στον πρωτογενή τομέα που είναι ο αγροτικός και στον δευτερογενή, που είναι ο τουρισμός.
Στον πρωτογενή τομέα είναι η καλλιέργεια, η μεταποίηση και η εμπορία των μήλων κυρίως μέσω του Αγροτικού Συνεταιρισμού Ζαγοράς με Πιστοποιημένη Ονομασία Προέλευσης στα μήλα και μεγάλη εξαγωγική δραστηριότητα. Άλλο δυναμικό προϊόν της περιοχής είναι η παραγωγή κάστανου που αφορά όλο τον Δήμο, των κερασιών, των αχλαδιών, καθώς και η καλλιέργεια καλλωπιστικών φυτών.
Στον πρωτογενή τομέα είναι η καλλιέργεια, η μεταποίηση και η εμπορία των μήλων κυρίως μέσω του Αγροτικού Συνεταιρισμού Ζαγοράς με Πιστοποιημένη Ονομασία Προέλευσης στα μήλα και μεγάλη εξαγωγική δραστηριότητα. Άλλο δυναμικό προϊόν της περιοχής είναι η παραγωγή κάστανου
Παρόλο που ο Δήμος μας είναι χαρακτηρισμένος ορεινός, οι προσπάθειες των δημοτών μας είναι σύγχρονες και δυναμικές, με στόχο επώνυμα προϊόντα και με περιβαλλοντικό αποτύπωμα και βρισκόμαστε πάντα αρωγοί και δίπλα τους, για την πρόοδο του τόπου μας».
Ο Αντώνης Πολίτης, υπεύθυνος δημόσιων σχέσεων του Συνεταιρισμού ανέφερε ότι «φέτος η παραγωγή έφθασε τους 20.000 τόνους μόνο στα κόκκινα μήλα με τη γνωστή ετικέτα του συνεταιρισμού μας. Τα φιρίκια άγγιξαν τους 300 τόνους σε παραγωγή και τα κάστανα τους 400 τόνους και μακάρι να μπορούσαμε να παράγουμε ακόμη περισσότερα. Γίνονται και εξαγωγές σε ευρωπαϊκές χώρες, αλλά και σε όλες τις βαλκανικές, την Αίγυπτο και το Ισραήλ. Πρώτη φορά τα μήλα της περιοχής εξήχθησαν και έφτασαν στη Γερμανία πριν από 40 χρόνια.
Έχουμε στις λαχαναγορές μεγάλα πρατήρια σε Αθήνα και Θεσσαλονίκη. Το γεγονός ότι έφτασε ως εδώ ο Συνεταιρισμός δεν είναι τυχαίο. Είμαστε προσηλωμένοι στις καλλιεργητικές τεχνικές με στόχο την ποιότητα των προϊόντων και την προστασία των καλλιεργητών-καταναλωτών παράλληλα με τη διαφύλαξη του φυσικού περιβάλλοντος. Το παραπάνω επιτυγχάνεται με τεχνικές που ενσωματώνονται στο Σύστημα Ολοκληρωμένης Διαχείρισης Γεωργικής Παραγωγής και αφορά όλες τις καλλιέργειες των παραγωγών- μελών. Παράλληλα, ένα πλήρες Σύστημα Ποιότητας και Ασφάλειας Τροφίμων για όλα προϊόντα που διαχειρίζεται και εμπορεύεται, εξασφαλίζει το υψηλότερο δυνατό επίπεδο στόχου».
Αναφερόμενος στο Σύστημα Ολοκληρωμένης Διαχείρισης ο κ. Πολίτης τόνισε ότι πρόκειται για «ένα σύστημα οργάνωσης μιας γεωργικής εκμετάλλευσης που περιλαμβάνει πολλά στοιχεία. Στοχεύει στη δημιουργία της βάσης για αποτελεσματική και επικερδή παραγωγή, σε μια οικονομικά βιώσιμη και περιβαλλοντικά υπεύθυνη γεωργική επιχείρηση, ενσωματώνοντας σύγχρονες καλλιεργητικές πρακτικές.
Η ολοκληρωμένη διαχείριση καλλιεργειών μπορεί να θεωρηθεί ως ένας τρόπος γεωργικής παραγωγής μεταξύ της συμβατικής και βιολογικής γεωργίας, με στόχο την πλήρη κάλυψη των απαιτήσεων του σύγχρονου καταναλωτή. Ουσιαστικά η ολοκληρωμένη διαχείριση επιδιώκει την παραγωγή ποιοτικών και ασφαλών φρούτων και καρπών. Αυτό όμως επιτυγχάνεται, χωρίς να απαρνηθεί τα επιτεύγματα της σύγχρονης επιστήμης που έχει στη διάθεσή του ο παραγωγός. Για να τα καταφέρουμε όλα αυτά έχουμε σύγχρονα συστήματα πρόγνωσης ασθενειών για τις καλλιέργειες της περιοχής, με τη λειτουργία 15 μετεωρολογικών σταθμών, συμβάλλοντας ουσιαστικά στον έλεγχο και διαχείριση των ασθενειών».
Σήμερα στον συνεταιρισμό της Ζαγοράς, με τα περίφημα μήλα της, συμμετέχουν οι καλλιεργητές από τα χωριά Μακρυράχη, Πουρί, Μούρεσι που όλα ανήκουν στον Δήμο Ζαγοράς- Μουρεσίου, αλλά και αγρότες από ορισμένα ακόμη χωριά στα κεντροδυτικά όπως οι Μηλιές, η Βυζίτσα, ο Άγιος Βλάσης και ο Άγιος Γεώργιος Νηλείας. Οι συνεταιρισμένες μερίδες φτάνουν τις 835, αριθμός εκπληκτικός για τα δεδομένα μιας τόσο μικρής ορεινής περιοχής.
Παρότι ο έτερος πυλώνας ανάπτυξης της περιοχής είναι ο τουρισμός, κανείς δεν εγκαταλείπει τον πρωτογενή τομέα γνωρίζοντας ότι η μητέρα φύση και η πατρογονική γη πάντα θα προσφέρουν απλόχερα τον «θησαυρό» τους σε εκείνους που μοχθούν για να τον αποκτήσουν.
Το λεγόμενο «πρασίνισμα»στη γεωργία είναι συνυφασμένο με τις αρχές της αειφόρου παραγωγής. Η αειφορία είναι μια λέξη και μια έννοια που έχει υπεισέλθει συστηματικά στη ζωή μας, επηρεάζοντας σε σημαντικό βαθμό τις προτιμήσεις, τις συμπεριφορές και τις αποφάσεις μας, καθώς και τον τρόπο που αλληλεπιδρούμε με τον υλικό κόσμο γύρω μας και με τους άλλους ανθρώπους.
Τι σημαίνει, όμως, «αειφορία»; Ένας σύντομος ορισμός αναφέρει ότι «η αειφορία σχετίζεται με την εκμετάλλευση των φυσικών πόρων με τρόπο που να μην οδηγούμε στην εξάντληση ή στην καταστροφή τους». Στο λεξικό του Wiktionary αναφέρεται ως «η χρήση των φυσικών οικοσυστημάτων και των πηγών ενέργειας, ώστε να εξασφαλίζεται η μελλοντική ποιότητα και ισορροπία».
Ένας άλλος ορισμός αναφέρει ως αειφορικό τον «τρόπο παραγωγής που ικανοποιεί τις ανάγκες του παρόντος χωρίς να θέτει σε κίνδυνο τη δυνατότητα των μελλοντικών γενεών να ικανοποιούν τις δικές τους ανάγκες».
Ας αναρωτηθούμε τώρα ποιους φυσικούς πόρους χρησιμοποιεί ο τομέας της γεωργίας. Το έδαφος, το νερό, τον αέρα, την ενέργεια και τη βιοποικιλότητα. Το σύνολο δηλαδή των ανανεώσιμων και μη ανανεώσιμων φυσικών πόρων της Γης. Για αυτό, άλλωστε, και η λέξη αειφορία έχει συνδεθεί με τη γεωργική παραγωγή περισσότερο από οποιονδήποτε άλλον τομέα της ανθρώπινης δραστηριότητας και για αυτό όλα τα μέτρα της Κοινής Αγροτικής Πολιτικής έχουν στον πυρήνα τους τη διατήρηση των φυσικών πόρων.
Πάμε τώρα στον γεωργικό ελκυστήρα. Με ποιους φυσικούς πόρους άραγε αλληλεπιδρά κατά τη χρήση του; Η ενέργεια σαφώς είναι από τους πλέον κρίσιμους, καθότι η πλειονότητα των κινητήρων των ελκυστήρων βασίζεται ακόμα στα ορυκτά καύσιμα, τα οποία αποτελούν έναν μη ανανεώσιμο φυσικό πόρο που αναμένεται σύντομα να εξαντληθεί και, μέχρι να βρεθεί εναλλακτική πηγή, θα πρέπει να χρησιμοποιείται με σύνεση. Η ποιότητα του αέρα και το κλίμα επηρεάζονται, επίσης, από τους αέριους ρύπους που παράγονται από την καύση των ορυκτών καυσίμων.
Το έδαφος υπόκειται και αυτό σε αρνητικές επιδράσεις κυρίως μέσω της καταστροφής της δομής του υπό το βάρος των τροχών που προκαλούν συμπίεση και παραμόρφωση και επιτείνουν τους κινδύνους της διάβρωσης. Η βιοποικιλότητα υποβαθμίζεται και αυτή με πολλούς άμεσους και έμμεσους τρόπους. Η συμπίεση των εδαφών, για παράδειγμα, περιορίζει τον αερισμό, που έχει ως συνέπεια τη μείωση της δραστηριότητας των μικροοργανισμών του εδάφους.
Μια διατάραξη στους μικροοργανισμούς έχει ως συνέπεια τη διάσπαση των κύκλων των θρεπτικών στοιχείων στο έδαφος, με αποτέλεσμα τη μείωση της γονιμότητας και της παραγωγικότητας.
Στις βιολογικές επιδράσεις από τη χρήση του γεωργικού ελκυστήρα μπορούν να ενταχθούν και οι επιδράσεις στην υγεία του ανθρώπου. Η ρύπανση του αέρα ασφαλώς επηρεάζει όλη τη κοινωνία, ωστόσο, υπάρχουν και πιο ιδιαίτερες επιπτώσεις για τους χειριστές των γεωργικών ελκυστήρων που έρχονται σε άμεση διάδραση με το μηχάνημα. Μυοσκελετικά προβλήματα, προβλήματα νευρικής φύσης, προβλήματα ακοής και άλλα είναι από τα πλέον συνηθισμένα που αναφέρονται από τους χειριστές.
Η εξασφάλιση επομένως ενός περιβάλλοντος εργασίας που διασφαλίζει την υγεία και την ασφάλεια των χειριστών μπορεί να συμβάλει στην ευζωία και στη διατήρηση του γεωργικού πληθυσμού και της ζωής στην ύπαιθρο.
Ο μόνος πόρος που φαίνεται να μη σχετίζεται άμεσα με τον γεωργικό ελκυστήρα είναι το νερό, αν και εδώ μπορεί να υπάρχουν πολλές έμμεσες επιδράσεις όπως η ρύπανση των υδάτων που οφείλεται στη διάβρωση των εδαφών, η μειωμένη διήθηση και υδατοσυγκράτηση ως αποτέλεσμα της συμπίεσης και της υποβάθμισης της δομής του εδάφους κ.ά.
Πάμε να δούμε τώρα ποια είναι εκείνα τα χαρακτηριστικά που μπορούν να καταστήσουν έναν γεωργικό ελκυστήρα συμβατό με τις επιταγές των αρχών της αειφορίας.
Αποτελεσματική απόδοση της ισχύος
Τα στοιχεία που καθιστούν την αποδοτικότητα του κινητήρα και τη διάθεση της ισχύος στα διάφορά τμήματα πιο αποτελεσματική συμβάλλουν στην εξοικονόμηση καυσίμου, ενέργειας και στον περιορισμό των αέριων ρύπων. Τεχνολογίες όπως ο κοινός αυλός διανομής «common rail», τα συστήματα διαχείρισης του ψεκασμού καυσίμου ESM (Engine Speed Management) και ECM (Engine Speed Control), το Power boost κ.ά. στοχεύουν στην αποτελεσματικότερη χρήση του καυσίμου.
Σε συνδυασμό με καινοτομίες στο σύστημα μετάδοσης της κίνησης, όπως είναι τα ημιαυτόματα κιβώτια τύπου Powershift και τα πλήρως αυτοματοποιημένα κιβώτια συνεχώς μεταβαλλόμενων σχέσεων CVT (Continuously Variable Transmission), οι υδραυλικοί και ηλεκτροϋδραυλικοί μηχανισμοί μετάδοσης κ.λπ., οι σύγχρονοι γεωργικοί ελκυστήρες προσφέρουν ανυπέρβλητη ελαστικότητα κατά τους χειρισμούς, άριστη απόδοση της ισχύος και της ροπής και σημαντική εξοικονόμηση καυσίμου.
Μια πραγματική επανάσταση, όμως, στον τρόπο απόδοσης της ισχύος στους γεωργικούς ελκυστήρες αναμένεται να επιφέρει η ηλεκτροκίνηση, η οποία δεν θα αποτελέσει απλά μια εναλλακτική πηγή ισχύος, αλλά θα εισαγάγει μια εντελώς νέα φιλοσοφία στη λειτουργία των ελκυστήρων, αξιοποιώντας πολλαπλά τους ηλεκτροκινητήρες, που προσφέρουν τεράστια ροπή σε χαμηλές στροφές, υψηλή απόδοση, αξιοπιστία και ευελιξία στη διαχείριση της ισχύος μηδενικές εκπομπές ρύπων κατά τη λειτουργία και αθόρυβη λειτουργία.
Μέσα προώθησης
Τα μέσα προώθησης είναι αυτά που έρχονται σε επαφή με το έδαφος, μεταφέρουν σε αυτό το βάρος του γεωργικού ελκυστήρα και είναι υπεύθυνα για τη συμπίεση του εδάφους. Είναι συνήθως επίσωτρα ελαστικά ή ερπύστριες. Γενικά, στους γεωργικούς ελκυστήρες επιθυμούμε να έχουμε ικανό βάρος για να βελτιώσουμε την ελκτική τους ικανότητα. Μεγάλο βάρος όμως συνεπάγεται και υψηλότερη συμπίεση του εδάφους.
Εναλλακτικές λύσεις για να βελτιώσουμε την έλξη στους τροχοφόρους ελκυστήρες, χωρίς να διακινδυνεύουμε τη συμπίεση του εδάφους, είναι η χρήση φαρδύτερων και μεγαλύτερων τροχών, η χρήση δίδυμων τροχών, η χρήση ελαστικών ευρείας παραμόρφωσης και η χρήση τετρακίνησης.
Από την άλλη πλευρά, οι ερπυστριοφόροι ελκυστήρες προσφέρουν πολύ μεγαλύτερη ικανότητα έλξης και ελαχιστοποιούν τη συμπίεση στο έδαφος. Πρόσφατα, μάλιστα, βρίσκουν ευρεία εφαρμογή οι ελκυστήρες με ημι-ερπύστριες (τροχοί τριγωνικού σχήματος), που συνδυάζουν τα οφέλη των τροχών και των ερπυστριών.
Καμπίνα χειριστή
Η εργασία σε ένα ασφαλές, λειτουργικό και ευχάριστο περιβάλλον εξασφαλίζει ηρεμία και συγκέντρωση στον χειριστή, με αποτέλεσμα να γίνεται πιο αποδοτικός στην εργασία του και να λαμβάνει ορθές αποφάσεις. Οι κατασκευαστές γεωργικών ελκυστήρων σήμερα δίνουν ιδιαίτερη έμφαση στην άνεση και στην προστασία του χειριστή.
Οι κατασκευαστές γεωργικών ελκυστήρων σήμερα δίνουν ιδιαίτερη έμφαση στην άνεση και στην προστασία του χειριστή
Καθίσματα και καμπίνες με προηγμένα συστήματα απόσβεσης των κραδασμών, εργονομικά σχεδιασμένα και κατάλληλα τοποθετημένα χειριστήρια, πολυχειριστήρια τύπου joystick, συστήματα αερισμού και κλιματισμού, εκτεταμένες γυάλινες επιφάνειες που επιτρέπουν περιφερειακή ορατότητα, ισχυροί προβολείς LED για νυχτερινή εργασία κ.ά. καθιστούν τη πολύωρη εργασία άνετη και ευχάριστη.
Οικονομική ζωή
Η επιλογή ενός γεωργικού ελκυστήρα αποτελεί πάντα μία από τις σοβαρότερες και κρισιμότερες αποφάσεις για τον παραγωγό. Προϋποθέτει σημαντική επένδυση κεφαλαίου και μια ορθή επιλογή αναμένεται να επηρεάσει σε σημαντικό βαθμό τη βιωσιμότητα της γεωργικής εκμετάλλευσης, ιδίως εάν αυτή είναι μικρή. Η επένδυση γίνεται συνήθως με μια μακροπρόθεσμη προοπτική.
Εάν η επιλογή αποδειχθεί ακατάλληλη, ο παραγωγός ίσως να αναγκαστεί σε αντικατάσταση του μηχανήματος πριν από το πέρας της οικονομικής του ζωής, γεγονός που θα έχει άμεση οικονομική επίπτωση στον ίδιο, αλλά και στο περιβάλλον, διότι για την κατασκευή και τη συναρμολόγηση ενός γεωργικού ελκυστήρα χρησιμοποιούνται πολλά και διαφορετικά υλικά. Κάποια από αυτά είναι ανακυκλώσιμα, κάποια όχι.
Απαιτείται, επίσης, υψηλή χρήση ενέργειας σε όλα τα στάδια της παραγωγής, από την εξόρυξη των πρώτων υλών μέχρι την τελική τους διαμόρφωση σε επιμέρους τμήματα και εξαρτήματα. Ακόμη και για την ανακύκλωση των υλικών απαιτείται ενέργεια. Σήμερα, υπολογίζεται ότι για να φτιαχτεί ένας γεωργικός ελκυστήρας 130 ίππων χρησιμοποιείται ενέργεια που αντιστοιχεί σε περίπου 15-20 τόνους πετρελαίου. Επομένως, όσο περισσότερα έτη μπορεί να παραμείνει λειτουργικός ο γεωργικός ελκυστήρας, τόσο μικρότερη θα είναι η επίπτωση στην τσέπη του παραγωγού και στο περιβάλλον.
Υπό την προϋπόθεση βέβαια ότι δεν έχουν προκύψει, εν τω μεταξύ, δραματικές τεχνολογικές εξελίξεις που ανατρέπουν τα δεδομένα της λειτουργίας και της αποδοτικότητας.
Με τη διαβούλευση της νέας προκήρυξης των Σχεδίων Βελτίωσης να ολοκληρώνεται, το ενδιαφέρον πολλών παραγωγών στρέφεται στην απόκτηση νέου εξοπλισμού και, κατ’ επέκταση, γεωργικού ελκυστήρα. Η ypaithros ζήτησε από τον Δρα Χ. Καβαλάρη του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας να παρουσιάσει τις προδιαγραφές ενός σύγχρονου ελκυστήρα, ικανού να οδηγήσει μια αγροτική εκμετάλλευση στην «πράσινη» μετάβασή της.
Αυξημένο ενδιαφέρον και ζήτηση μηχανημάτων και εξοπλισμού αναμένεται συνολικά στην Ευρώπη. Αξίζει να τονισθεί ότι, σύμφωνα και με τον Σύνδεσμο Γεωργικών Μηχανημάτων της ΕΕ (CEMA), αναμένεται βελτίωση σε όλους τους υποκλάδους, ενώ σημαντικά βελτιωμένος εμφανίζεται και ο δείκτης προπαραγγελιών.
Εναλλακτικές πηγές ενέργειας
Οι περισσότεροι κατασκευαστές γεωργικών ελκυστήρων σήμερα αναζητούν εναλλακτικές στη χρήση του ντίζελ για την ισχυοδότηση των κινητήρων. Οι κατασκευαστές επενδύουν σε διάφορες τεχνολογίες, αλλά, παρά τις όποιες προσπάθειες, φαίνεται ότι οι κινητήρες εσωτερικής καύσης, σε διάφορες παραλλαγές, θα συνεχίσουν να αποτελούν την κυριότερη πηγή ισχύος των γεωργικών ελκυστήρων για τα επόμενα έτη.
Εναλλακτικά είδη καυσίμων που μπορούν να χρησιμοποιηθούν στους συμβατικούς κινητήρες, πέρα από το ντίζελ, είναι το βιοντίζελ, διάφορα φυτικά έλαια που μπορεί να παράγονται από την ίδια τη γεωργική εκμετάλλευση και το βιομεθάνιο.
Η επιλογή ενός γεωργικού ελκυστήρα αποτελεί πάντα μία από τις σοβαρότερες και κρισιμότερες αποφάσεις για τον παραγωγό
Η χρήση του βιοντίζελ σε μείγματα με το ντίζελ αποτελεί προς το παρόν την πλέον ώριμη λύση για απαλλαγή εν μέρει από τα ορυκτά καύσιμα. Το βιομεθάνιο αποτελεί, επίσης, μια εναλλακτική πηγή ενέργειας, η οποία μπορεί να παράγεται από το ίδιο το αγρόκτημα. Μπορεί να προσφέρει την ίδια απόδοση με το ντίζελ, αλλά έχει 30% μικρότερο κόστος και μηδενικό αποτύπωμα άνθρακα.
Η ηλεκτρική ενέργεια πάλι αποτελεί μία από τις πλέον καθαρές εναλλακτικές πηγές ενέργειας, όταν αυτή παράγεται από ανανεώσιμες πηγές. Με τη σημερινή τεχνολογία, όμως, για την ισχυοδότηση ενός γεωργικού ελκυστήρα 130 ίππων για συνεχή οκτάωρη λειτουργία, απαιτείται μια μπαταρία περίπου ενός τόνου. Πέρα από τις τεχνικές δυσκολίες, οι μπαταρίες σήμερα χρησιμοποιούν διάφορα τοξικά και μη ανανεώσιμα στοιχεία, όπως ο μόλυβδος, το λίθιο, το κάδμιο κ.ά., που είναι ασύμβατα με την έννοια της αειφορίας. Απάντηση στο παραπάνω πρόβλημα αναμένεται να δώσουν οι κινητήρες υδρογόνου.
Οι κινητήρες αυτοί χρησιμοποιούν καθαρό υδρογόνο για να παράγουν ηλεκτρική ενέργεια και νερό. Αποτελούν μία από τις πλέον καθαρές πηγές ενέργειας και η αυτοκινητοβιομηχανία πειραματίζεται ήδη με τα πρώτα εμπορικά μοντέλα. Δυστυχώς, όμως, η τεχνολογία δεν αναμένεται να καταστεί ώριμη για ευρεία χρήση στο εγγύς μέλλον.
Διατάξεις για τον έλεγχο των καυσαερίων
Οι κατασκευαστές γεωργικών ελκυστήρων υιοθετούν διάφορες τεχνολογίες για να συμμορφωθούν με τις εκπομπές αέριων ρύπων που επιτάσσουν τα πρότυπα του Stage V που έχει επιβάλει η Ευρωπαϊκή Ένωση από το 2021 και έπειτα. Τέτοιες τεχνολογίες είναι το σύστημα Επιλεκτικής Καταλυτικής Αναγωγής (Selective Catalytic Reduction – SCR) που χρησιμοποιεί το AdBlue και το σύστημα ανακυκλοφορίας ψυχρών καυσαερίων (Cooled Exhaust Gas Recirculation – CEGR) που επαναχρησιμοποιεί ένα τμήμα από τα καυσαέρια, για να περιορίσει τα ΝΟx, οι καταλύτες πετρελαίου (Diesel Oxidation Catalyst – DOC), τα φίλτρα σωματιδίων diesel (Diesel Particles Filter – DPF), οι καταλύτες αιθάλης (Soot Catalyst – SC) κ.ά.
Ευφυή συστήματα
Ο γεωργικός ελκυστήρας σήμερα έχει μετατραπεί από ένα απλό μηχάνημα έλξης και ισχυοδότησης των παρελκόμενων σε ένα πολυδύναμο εργαλείο, που αλληλοεπιδρά σε πραγματικό χρόνο με το γεωργικό περιβάλλον και μέσα από το οποίο διέρχεται πλήθος πληροφοριών και λαμβάνονται κρίσιμες αποφάσεις για τη διαχείριση των διάφορων παραμέτρων της παραγωγής.
Είναι τόσο μεγάλος μάλιστα ο όγκος των πληροφοριών, που αυτοματισμοί που χρησιμοποιούν τεχνολογίες αυτόνομου ελέγχου και μηχανικής μάθησης υποκαθιστούν συχνά τον χειριστή, προσφέροντας τη βέλτιστη λειτουργία των μηχανισμών και αξιοποιώντας στο έπακρο τις δυνατότητες του γεωργικού ελκυστήρα.
Ένας σύγχρονος γεωργικός ελκυστήρας διαθέτει συστήματα που εξασφαλίζουν συνεχή πρόσβαση σε πληθώρα πληροφοριών, όπως την απόδοση του κινητήρα, του υδραυλικού και του ηλεκτρικού συστήματος, τους κινδύνους βλαβών, τη λειτουργία των παρελκομένων, την ακριβή του θέση στο χωράφι και τη θέση και την εργασία άλλων μηχανημάτων, τις καιρικές συνθήκες, την κατάσταση του εδάφους, τις συνθήκες της καλλιέργειας και πολλά άλλα απίθανα, όπως για παράδειγμα τις χρηματιστηριακές τιμές των προϊόντων και τις μεταβολές στις τιμές των καυσίμων.
Έτσι η καμπίνα του χειριστή (που, σημειωτέον, σε λίγα χρόνια δεν θα βρίσκεται καν πάνω στον γεωργικό ελκυστήρα) καθίσταται το στρατηγείο των επιχειρήσεων για τη γεωργική εκμετάλλευση.
Έρευνα διεξάγει η εισαγγελία της Ρώμης με αντικείμενο νοθευμένο ελαιόλαδο, το οποίο φέρεται να χρησιμοποιήσαν 50 εστιατόρια της Ρώμης.
Την συγκεκριμένη έρευνα πραγματοποίησαν οι καραμπινιέροι και, σύμφωνα με τα μέχρι τώρα στοιχεία, πρόκειται για σπορέλαιο με χλωροφύλλη και βήτα καροτίνη, το οποίο φέρεται να χρησιμοποιήθηκε από εστιατόρια που βρίσκονται στο ιστορικό κέντρο της Ρώμης, κυρίως στην περιοχή του Πάνθεον, της Πιάτσα Ναβόνα και της Φοντάνα Ντι Τρέβι.
Η έρευνα έχει επεκταθεί και στην Κάτω Ιταλία, στην Απουλία, όπου βρίσκεται ένας αδήλωτος παραγωγός ο οποίος, σύμφωνα με τον Τύπο, ευθύνεται για την νοθεία. Το «ελαιόλαδο μαϊμού» διατίθετο έναντι 3 ευρώ το λίτρο, ενώ η κανονική του τιμή είναι 9 ευρώ, και υπάρχουν ισχυρές υποψίες ότι αρκετοί ιδιοκτήτες εστιατορίων γνώριζαν πως στην πραγματικότητα επρόκειτο για χρωματισμένο σπορέλαιο.
Τα μπουκάλια έγραφαν «αγνό παρθένο ελαιόλαδο ιταλικής παραγωγής» και με την όλη απάτη φέρεται να πωλήθηκαν μεγάλες ποσότητες σπορέλαιου, πιθανότατα δεκάδες τόνοι. Δεν είναι η πρώτη φορά που συμβαίνει και, σύμφωνα με ειδικούς, στην συγκεκριμένη διαδικασία είναι πολύ πιθανό να εμπλέκεται και η ιταλική μαφία, η οποία, με τον τρόπο αυτό, «ξεπλένει» ένα μέρος από τα παράνομα κέρδη της.