Ακτινίδιο: Αύξηση 30% στην παραγωγή, κίνδυνος στις ψυκτικές αποθήκες

Η νέα σεζόν ακτινιδίου στην Ελλάδα αναμένεται να φέρει σημαντική αύξηση παραγωγής, με την περιοχή της Άρτας να «πρωταγωνιστεί» με άνοδο τουλάχιστον 30% σε σχέση με πέρυσι. Η εκτίμηση ανήκει στον Δημήτρη Τσόλα, ιδιοκτήτη της Tsolas Fruit, μίας από τις πιο ενεργές συσκευαστικές επιχειρήσεις της περιοχής, ο οποίος μιλά στο διεθνές μέσο FreshPlaza για την επερχόμενη σοδειά και τις προκλήσεις που τη συνοδεύουν.
Για τον Έλληνα παραγωγό, η είδηση έχει διπλή όψη. Από τη μία, περισσότερη παραγωγή σημαίνει μεγαλύτερα έσοδα εφόσον διατεθεί σωστά η σοδειά. Από την άλλη, όσο αυξάνεται ο όγκος χωρίς αντίστοιχη αύξηση των ψυκτικών εγκαταστάσεων, μεγαλώνει ο κίνδυνος συμφόρησης, πτώσης ποιότητας και τελικά πίεσης στις τιμές παραγωγού — ακριβώς το σενάριο που προειδοποιεί ο ίδιος ο κλάδος.
Η εκτίμηση για την παραγωγή
Σύμφωνα με τον κ. Τσόλα, η περιοχή της Άρτας «έχει τουλάχιστον 30% υψηλότερη παραγωγή Hayward φέτος σε σύγκριση με πέρυσι». Όπως εκτιμά, «η περιοχή της Άρτας θα ξεπεράσει τους 40.000 τόνους φέτος και θα μπορούσε ακόμη και να φτάσει τους 45.000 τόνους πράσινου ακτινιδίου. Σε εθνικό επίπεδο, πιστεύω επίσης ότι θα δούμε αύξηση περίπου 30% φέτος».
Αν επαληθευτεί η εκτίμηση των 45.000 τόνων μόνο για την Άρτα, πρόκειται για αύξηση άνω των 10.000 τόνων σε σχέση με μια «κανονική» σεζόν 30.000-35.000 τόνων — ποσότητα που πρέπει να βρει δρόμο διάθεσης μέσα σε λίγους μήνες, από τον χειμώνα έως το καλοκαίρι. Σε εθνικό επίπεδο, μια αύξηση 30% πάνω σε παραγωγή που τα τελευταία χρόνια κινείται γύρω στους 400.000-450.000 τόνους μεταφράζεται σε επιπλέον 120.000-135.000 τόνους προς διάθεση, δηλαδή ποσότητα αντίστοιχη σχεδόν με μία ολόκληρη μέτρια σεζόν κάποιας μικρότερης παραγωγικής χώρας.
Το «στοίχημα» των ψυκτικών θαλάμων
Η Tsolas Fruit λειτούργησε φέτος για πρώτη φορά με νέες εγκαταστάσεις ψύξης και συσκευασίας, κάτι που ο ιδιοκτήτης της χαρακτηρίζει καθοριστικό για την επιτυχία της σεζόν που μόλις ολοκληρώθηκε. «Αυτή ήταν η πρώτη χρονιά που λειτουργήσαμε με νέες εγκαταστάσεις ψύξης και συσκευασίας. Όλα έγιναν με τον καλύτερο δυνατό τρόπο, και πιστεύω ότι, για πρώτη χρονιά, η ψύξη και η συνολική λειτουργία των εγκαταστάσεων πήγαν εξαιρετικά καλά. Όσον αφορά τη διατηρησιμότητα, ήταν στο καλύτερο επίπεδο που έχω βιώσει στα 25-26 χρόνια που ασχολούμαι επαγγελματικά με το ακτινίδιο», αναφέρει ο κ. Τσόλας.
Η καλή διαχείριση της ψύξης αποδείχθηκε κρίσιμη, καθώς όπως εξηγεί, «από τα μέσα Φεβρουαρίου και μετά, άρχισαν να εμφανίζονται προβλήματα ποιότητας σε σημαντικές ποσότητες φρούτου που βρισκόταν ήδη σε ψυκτικές αποθήκες, ιδιαίτερα στη Βόρεια Ελλάδα». Χάρη στον νέο εξοπλισμό, η εταιρεία απέφυγε αυτά τα προβλήματα, όμως η γενικευμένη ανησυχία στην αγορά οδήγησε αρκετούς φορείς να επισπεύσουν τις πωλήσεις τους, «κάτι που δημιούργησε μια απότομη μείωση των αποθεμάτων, ιδιαίτερα μετά τις 15 Μαρτίου». Οι καλύτεροι μήνες αποδείχθηκαν ο Απρίλιος και στη συνέχεια Μάιος, Ιούνιος και Ιούλιος, με την εταιρεία να ολοκληρώνει την εμπορία των δικών της αποθεμάτων στα τέλη Ιουλίου.
Γιατί ανησυχεί ο ίδιος ο κλάδος
Η επιτυχία της νέας τεχνολογίας δεν καλύπτει, όμως, μια δομική ανησυχία που εκφράζει ο ίδιος παραγωγός για το σύνολο του κλάδου. «Φυσικά ανησυχούμε. Πιστεύω ότι αυτό αποτελεί ανησυχία για ολόκληρο τον εμπορικό τομέα, και ιδιαίτερα για τους μεγάλους παίκτες του κλάδου. Για ακόμη μια χρονιά, βλέπουμε την παραγωγή να αυξάνεται σημαντικά, ενώ οι διαθέσιμες εγκαταστάσεις αποθήκευσης αυτής της παραγωγής δεν αυξάνονται με τον ίδιο ρυθμό. Αυτό δημιουργεί μια ανισορροπία ανάμεσα στην παραγωγή και τη δυνατότητα αποθήκευσης», τονίζει ο κ. Τσόλας, καταλήγοντας ότι «ολόκληρος ο κλάδος θα πρέπει τώρα να σκέφτεται σε όρους διατήρησης της σωστής ισορροπίας ανάμεσα στην αύξηση της παραγωγής και τη δυνατότητα αποθήκευσής της».
Το μήνυμα είναι σαφές για τους Έλληνες παραγωγούς ακτινιδίου, ιδιαίτερα στην Αιτωλοακαρνανία, την Άρτα, την Πιερία και τη Μακεδονία: όσο η επένδυση σε ψυκτικές υποδομές δεν προλαβαίνει τον ρυθμό αύξησης των στρεμμάτων, ο κίνδυνος μετατόπισης της ζημιάς μετά τη συγκομιδή -απώλειες ποιότητας, βεβιασμένες πωλήσεις με χαμηλότερες τιμές- παραμένει ζωντανός. Το ζήτημα συνδέεται και με μια άλλη γνωστή πληγή του κλάδου, την πρόωρη συγκομιδή, όπως είχαμε αναλύσει σε ρεπορτάζ μας για τη μάστιγα της πρόωρης συγκομιδής που απειλεί τις ελληνικές εξαγωγές ακτινιδίου: και τα δύο φαινόμενα -η έλλειψη αποθηκευτικής χωρητικότητας και η βιασύνη στη συγκομιδή- τροφοδοτούν το ίδιο πρόβλημα, δηλαδή την πίεση να βγει το προϊόν στην αγορά γρήγορα, ακόμη και σε βάρος της ποιότητας.
Η εμπειρία της φετινής σεζόν δείχνει ότι η επένδυση σε σύγχρονο εξοπλισμό ψύξης μπορεί να κάνει τη διαφορά ανάμεσα σε μια επιχείρηση που διαχειρίζεται ομαλά τη σοδειά της ως τον Ιούλιο και σε άλλες που αναγκάστηκαν να ξεφορτωθούν βιαστικά τα αποθέματά τους. Με την παραγωγή να αναμένεται αυξημένη κατά 30% φέτος, το ερώτημα δεν είναι πλέον μόνο πόσο ακτινίδιο θα παραχθεί, αλλά πόσο από αυτό θα μπορέσει να αποθηκευτεί σωστά ώστε να φτάσει στις αγορές με την ποιότητα που απαιτούν οι πελάτες του εξωτερικού.
Πηγή: freshplaza.com







