Με τη συγκομιδή των πρώιμων ποικιλιών συμπύρηνου ροδάκινου να έχει ξεκινήσει εδώ και περίπου δέκα ημέρες στην Ημαθία, χιλιάδες παραγωγοί βρίσκονται αντιμέτωποι με το φάσμα των ανοιχτών τιμών. Η βιομηχανία δεν έχει ανακοινώσει επίσημο τιμοκατάλογο, αφήνοντας τους αγρότες να παραδίδουν την παραγωγή τους χωρίς συμβάσεις και καμία απολύτως δέσμευση, την ώρα που η Ένωση Κονσερβοποιών Ελλάδας (ΕΚΕ) θέτει αυστηρά κριτήρια ποιότητας.
Πρακτικά, αυτό σημαίνει ότι οι καλλιεργητές καλούνται να απορροφήσουν μια τεράστια αύξηση του κόστους παραγωγής στα τυφλά, με τις ανεπίσημες διαρροές από τη μεταποίηση να κάνουν λόγο για τιμή στα 37 λεπτά το κιλό. Όπως προκύπτει από τα στοιχεία των συνεταιρισμών, για να καλυφθούν τα φετινά έξοδα, η τιμή θα έπρεπε να ξεκινάει τουλάχιστον από τα 45 λεπτά, γεγονός που καθιστά την τρέχουσα εμπορική περίοδο βαθιά ζημιογόνα.
«Το εργατικό κόστος έχει αυξηθεί κατά 25%-30% σε σχέση με πέρυσι, ενώ τα λιπάσματα, η φυτοπροστασία, τα καύσιμα και όλα τα εφόδια έχουν ακριβύνει κατά μέσο όρο 20%-25%. Με βάση αυτά τα δεδομένα, μια αναλογική τιμή, που θα κάλυπτε το πραγματικό κόστος παραγωγής, θα έπρεπε να φτάνει τουλάχιστον τα 45 λεπτά το κιλό, πολύ πάνω από τα 37 λεπτά που κυκλοφορούν ως ανεπίσημη τιμή», δηλώνει ο Στέφανος Νταούκας, διευθυντής της Κοινοπραξίας Συνεταιρισμών Ομάδων Παραγωγών Ημαθίας και μέλος της Εθνικής Επιτροπής της ΕΘΕΑΣ για το βιομηχανικό ροδάκινο.
| Δείκτης | Στοιχεία / Εκτίμηση |
| Φημολογούμενη τιμή βιομηχανίας | 0,37 €/κιλό |
| Τιμή βιωσιμότητας παραγωγού | > 0,45 €/κιλό |
| Αύξηση εργατικού κόστους | 25% – 30% |
| Αύξηση εφοδίων & καυσίμων | 20% – 25% |
| Δηλωμένες εκτάσεις (παλαιότερα) | 193.400 στρέμματα |
| Σημερινές εκτάσεις | < 140.000 στρέμματα |
Μαζική έξοδος από τα κτήματα
Η πίεση από τη συμπίεση του εισοδήματος είναι πλέον μετρήσιμη στο πεδίο. Οι αγρότες αδυνατούν να ανταπεξέλθουν στις οικονομικές απαιτήσεις, με αποτέλεσμα η συρρίκνωση της καλλιέργειας να λαμβάνει δραματικές διαστάσεις τα τελευταία χρόνια.
«Η έξοδος είναι οριστική και χωρίς επιστροφή. Τα στοιχεία είναι αποκαλυπτικά. Από τις 193.400 δηλωμένες στρεμματικές εκτάσεις, η καλλιέργεια έχει περιοριστεί πλέον σε λιγότερες από 140.000. Η μείωση είναι τόσο μεγάλη, που απειλεί όχι μόνο την επάρκεια πρώτης ύλης για τη βιομηχανία, αλλά και τη συνολική βιωσιμότητα του κλάδου», προειδοποιεί ο κ. Νταούκας.
Τα αυστηρά κριτήρια της βιομηχανίας
Από την πλευρά της, η Ένωση Κονσερβοποιών Ελλάδας (ΕΚΕ) αναγνωρίζει ότι ο κλάδος βρίσκεται σε κρίσιμο σημείο καμπής, ωστόσο εστιάζει το πρόβλημα στις πιέσεις των διεθνών αγορών. Η ΕΚΕ επικαλείται τον εντεινόμενο διεθνή ανταγωνισμό, κυρίως από την Κίνα, και την πτώση των εξαγωγών της ελληνικής κομπόστας, ζητώντας τη συνεργασία των παραγωγών.
Σε αυτό το πλαίσιο, η βιομηχανία ξεκαθαρίζει ότι η φετινή παραλαβή θα γίνει με αυστηρά ποιοτικά στάνταρ. Συγκεκριμένα, το προϊόν θα χωριστεί σε δύο κατηγορίες:
1. Α’ Κλάση (για κομπόστα και κατάψυξη): Απαιτούνται ροδάκινα σωστά ωριμασμένα (κίτρινα και όχι πράσινα), υγιή, χωρίς προσβολές από μύκητες ή ασθένειες και με ελάχιστο βάρος τα 120 γραμμάρια.
2. Β’ Κλάση (για χυμό): Βασική προϋπόθεση είναι οι καρποί να μην είναι άγουροι ή σάπιοι.
«Η μόνη σταθερά που μπορεί να στηρίξει τον κλάδο είναι η ποιότητα της πρώτης ύλης», αναφέρει η ΕΚΕ στην ανακοίνωσή της. Ωστόσο, η απαίτηση για υψηλή ποιότητα χωρίς την αντίστοιχη τιμολογιακή κάλυψη προκαλεί την έντονη αντίδραση των αγροτών. «Τελικά ζητούν και ποιότητα και χαμηλή τιμή», σχολιάζει χαρακτηριστικά ο κ. Νταούκας, περιγράφοντας ένα μοντέλο που αφήνει τον παραγωγό χωρίς διαπραγματευτική δύναμη.
Ορατός ο κίνδυνος ερημοποίησης της υπαίθρου
Η εμμονή της μεταποίησης στις ανοιχτές τιμές, σε συνδυασμό με την απροθυμία απορρόφησης του αυξημένου αγροτικού κόστους, δημιουργεί ένα εκρηκτικό μείγμα που απειλεί με κατάρρευση τη δενδροκαλλιέργεια. Το φαινόμενο της απαξίωσης του προϊόντος και της απόγνωσης των παραγωγών δεν είναι μεμονωμένο. Όπως είχαμε αναφέρει, η πίεση στις τιμές των πυρηνόκαρπων οδηγεί σε ακραίες καταστάσεις, με χαρακτηριστικό παράδειγμα τον αγρότη στη Λάρισα που χαρίζει τα νεκταρίνια του αντί να τα πουλήσει, καταδεικνύοντας τις ευρύτερες παθογένειες της εφοδιαστικής αλυσίδας.
«Τα χωριά ερημώνουν», καταλήγει ο κ. Νταούκας. «Η συγκομιδή ξεκίνησε μέσα σε κλίμα οργής και απογοήτευσης, με τους παραγωγούς να κάνουν αντίστροφους λογαριασμούς και να διαπιστώνουν ότι η καλλιέργεια δεν είναι πλέον βιώσιμη. Η ανοιχτή τιμή, η έλλειψη εργατικών χεριών, η εκτίναξη του κόστους και η απουσία ουσιαστικής στήριξης οδηγούν τον κλάδο σε μια κρίσιμη καμπή. Αν δεν υπάρξει άμεση παρέμβαση, η έξοδος από το βιομηχανικό ροδάκινο θα συνεχιστεί με ακόμη μεγαλύτερη ένταση, υπονομεύοντας όχι μόνο την παραγωγή, αλλά και το μέλλον της ελληνικής υπαίθρου».
Πηγή ypaithros.gr
