Ενώ οι γεωπολιτικές εντάσεις συνεχίζονται, η Ρωσία φαίνεται να καταγράφει σημαντική άνοδο στα έσοδά της από την ενέργεια. Σύμφωνα με υπολογισμούς του πρακτορείου Reuters, τα έσοδα της Μόσχας από το πετρέλαιο και το φυσικό αέριο τον Απρίλιο αναμένεται να αγγίξουν τα 9 δισεκατομμύρια δολάρια, σημειώνοντας σχεδόν τον διπλάσιο όγκο σε σχέση με την αντίστοιχη περσινή περίοδο.
Αυτή η εξέλιξη έρχεται σε μια χρονική στιγμή που οι διεθνείς τιμές του «μαύρου χρυσού» παραμένουν σε υψηλά επίπεδα, προκαλώντας ανησυχία στους παραγωγικούς κλάδους της Ευρώπης, και ειδικότερα στον αγροτικό τομέα.
Τα στοιχεία της ανόδου
Η αύξηση των εσόδων οφείλεται κυρίως στην άνοδο της τιμής του ρωσικού αργού (Urals), η οποία παρά το πλαφόν που έχουν επιβάλει οι δυτικές χώρες, διαπραγματεύεται σε τιμές που ενισχύουν τα ρωσικά ταμεία. Συγκεκριμένα:
- Τα έσοδα αναμένεται να φτάσουν τα 793 δισ. ρούβλια (9,1 δισ. δολάρια), έναντι 447 δισ. ρουβλίων τον Απρίλιο του 2023.
- Η μέση τιμή του Urals για τον μήνα που διανύουμε κινείται στα επίπεδα των 75 δολαρίων το βαρέλι, αρκετά πάνω από το «ταβάνι» των 60 δολαρίων που είχε οριστεί από την G7.
Γιατί ενδιαφέρει τους αγρότες;
Η διατήρηση των τιμών του πετρελαίου σε υψηλά επίπεδα διεθνώς αποτελεί «κακό μαντάτο» για τον αγροτικό κόσμο. Παρά τις προσπάθειες για ενισχύσεις στο αγροτικό πετρέλαιο, οι διεθνείς ανατιμήσεις μετακυλίονται γρήγορα στην αντλία, αυξάνοντας το κόστος για το όργωμα και τη συγκομιδή.
Επιπλέον, το φυσικό αέριο αποτελεί τη βασική πρώτη ύλη για την παραγωγή αζωτούχων λιπασμάτων. Η οικονομική ανθεκτικότητα των ενεργειακών εξαγωγών της Ρωσίας δείχνει ότι η αγορά ενέργειας παραμένει «σφιχτή», γεγονός που δεν επιτρέπει τη θεαματική αποκλιμάκωση των τιμών στα γεωργικά εφόδια.
Οι επιπτώσεις στην παγκόσμια αγορά
Η ανθεκτικότητα των ρωσικών εξαγωγών παρά τις κυρώσεις υποδηλώνει ότι οι αναδυόμενες οικονομίες της Ασίας συνεχίζουν να απορροφούν τεράστιες ποσότητες ενέργειας. Για την Ευρώπη και την Ελλάδα, αυτό σημαίνει ότι η ενεργειακή ακρίβεια θα παραμείνει ένας από τους σημαντικότερους αστάθμητους παράγοντες για τη βιωσιμότητα των γεωργικών εκμεταλλεύσεων και το 2026.
