Το Ευρωπαϊκό Ελεγκτικό Συνέδριο (ΕΕΣ) κρούει τον κώδωνα του κινδύνου για τον τρόπο που ελέγχεται το ελαιόλαδο στην Ευρωπαϊκή Ένωση, καταγράφοντας άνιση εφαρμογή κανόνων, αδύναμη ιχνηλασιμότητα και ελλείψεις στους ελέγχους. Η Ελλάδα μπαίνει στο επίκεντρο των παρατηρήσεων, σε μια περίοδο που η αγορά πιέζει παραγωγούς και η αξιοπιστία του προϊόντος είναι “κεφάλαιο” στις εξαγωγές.
Τι εξέτασε το ΕΕΣ και γιατί έχει σημασία
Η εικόνα προκύπτει από Ειδική Έκθεση του ΕΕΣ (Special Report 01/2026), η οποία αξιολόγησε το πλαίσιο ελέγχων και την εφαρμογή του σε Ισπανία, Ιταλία, Ελλάδα και Βέλγιο, με χρονικό εύρος που καλύπτει τα τελευταία χρόνια (έλεγχοι/πρακτικές, εργαστηριακές διαδικασίες, ιχνηλασιμότητα).
Το κρίσιμο: το ελαιόλαδο είναι προϊόν υψηλής αξίας, με μεγάλο κίνητρο για νοθείες/παραπλανητική κατηγοριοποίηση, άρα οι έλεγχοι δεν είναι τυπική διαδικασία – είναι άμυνα για τιμή παραγωγού, φήμη χώρας και εμπιστοσύνη καταναλωτή.
Τα βασικά «καμπανάκια» της έκθεσης
Σύμφωνα με τα ευρήματα, υπάρχουν τρία μεγάλα μέτωπα:
- Οι έλεγχοι συμμόρφωσης δεν γίνονται πάντα όπως πρέπει και σε ορισμένες περιπτώσεις υπάρχουν κενά στην κάλυψη της αγοράς.
- Τα εργαστηριακά τεστ δεν είναι πάντα πλήρη: για να θεωρείται ολοκληρωμένος ένας έλεγχος συμμόρφωσης, πρέπει να εξετάζονται συγκεκριμένοι παράμετροι, όμως στην πράξη αυτό δεν εφαρμόζεται ομοιόμορφα σε όλα τα κράτη-μέλη.
- Η ιχνηλασιμότητα παραμένει δύσκολη, ειδικά όταν μιλάμε για μίγματα ελαίων (διαφορετικών χωρών/ετών) ή διασυνοριακές διαδρομές προϊόντος.
Παράλληλα, η έκθεση επισημαίνει ότι, ενώ η ΕΕ εισάγει ποσότητες που αντιστοιχούν σε σημαντικό ποσοστό της παραγωγής της, οι έλεγχοι σε εισαγόμενα φορτία δεν είναι πάντα στον βαθμό που απαιτεί η πραγματικότητα της αγοράς.
Τι λέει ειδικά για την Ελλάδα
Για τη χώρα μας, το ΕΕΣ επισημαίνει (μεταξύ άλλων) ότι:
- οι ελληνικές αρχές πραγματοποιούν ελέγχους κυρίως σε μικρομεσαία σημεία λιανικής/εστίασης για εντοπισμό απάτης,
- όμως η ιχνηλάτηση δεν είναι τόσο ισχυρή όσο σε χώρες που διαθέτουν ψηφιακά μητρώα παρακολούθησης της αλυσίδας (τύπου “από τον ελαιώνα έως το ράφι”), με αποτέλεσμα να δυσκολεύει ο γρήγορος εντοπισμός προέλευσης/παρτίδας όταν κάτι «χτυπήσει» ως ύποπτο.
Και εδώ είναι το πρακτικό διακύβευμα: όταν οι έλεγχοι είναι ασυνεπείς ή η ιχνηλασιμότητα δεν “τρέχει” γρήγορα, τα μη συμμορφούμενα προϊόντα μπορεί να μένουν περισσότερο στην αγορά, πλήττοντας τους συνεπείς παραγωγούς.
Τι σημαίνει αυτό για παραγωγούς και αγορά
Σε μια αγορά όπου το “εξαιρετικό παρθένο” είναι premium κατηγορία, τα κενά στους ελέγχους μπορούν να οδηγήσουν σε:
- πίεση τιμών προς τα κάτω (όταν κυκλοφορεί νοθευμένο/υποβαθμισμένο προϊόν ως “ανώτερης” κατηγορίας),
- πλήγμα στη φήμη του ελληνικού ελαιολάδου σε εξαγωγές,
- αθέμιτο ανταγωνισμό για όσους επενδύουν σε ποιότητα και πιστοποίηση.
Ποια είναι τα «επόμενα βήματα» που συζητιούνται
Με βάση τη λογική των παρατηρήσεων του ΕΕΣ, το ζητούμενο για την ΕΕ (και την Ελλάδα) είναι:
- περισσότεροι και πιο στοχευμένοι (risk-based) έλεγχοι,
- πιο πλήρη εργαστηριακά πρωτόκολλα,
- ισχυρότερη ιχνηλασιμότητα με ψηφιακά εργαλεία,
- γρηγορότερη επιβολή κυρώσεων, ώστε να μη μένει “γκρίζο” προϊόν στην αγορά.
Η άποψη του e-agrotis
Το ελληνικό ελαιόλαδο δεν χρειάζεται “ευχές” αλλά κανόνες που εφαρμόζονται: έλεγχοι με ουσία, ιχνηλασιμότητα που δουλεύει στην πράξη και μηδενική ανοχή σε όσους υπονομεύουν την αγορά. Γιατί κάθε κενό στον έλεγχο το πληρώνει πρώτα ο παραγωγός που κάνει σωστά τη δουλειά του.
Πηγή ot.gr
Δείτε περισσότερες ειδήσεις και αγροτικά νέα στην αρχική μας σελίδα: https://e-agrotis.gr/
